ΣΕΙΣΜΟΣ:62 ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ

ΑΠΟ ΤΗΝ ΠΡΟΪΣΤΟΡΙΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ, ΜΕΡΙΚΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ
του Δημήτρη Χάμψα, αρχιτέκτονα μηχανικού

  Ορισμένες σκέψεις πάνω στον προϊστορικό οικισμό του Ακρωτηρίου, με αφορμή τη μελέτη ανοικοδόμησης της μετασεισμικής Σαντορίνης.


του Δημήτρη Χάμψα, αρχιτέκτονα μηχανικού

Σκίτσο του Κ. Δεκαβάλλα από τη Σαντορίνη. Ο Κ. Δεκαβάλλας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925. Σπούδασε στην Αρχιτεκτονική Σχολή του ΕΜΠ (1948), στο Πανεπιστήμιο Columbia της Νέας Υόρκης (1953) και στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (1956). Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα, εργάσθηκε στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων ως υπεύθυνος της Ανοικοδόμησης της Σαντορίνης (1956-1960), στη συνέχεια υπήρξε ο αρχιτέκτων της Εθνικής Τράπεζας (1960-1969), ενώ παράλληλα από το 1960 και μέχρι σήμερα διατηρεί γραφείο αρχιτεκτονικών και πολεοδομικών μελετών. Το 1980 εκλέχτηκε καθηγητής στην Αρχιτεκτονική Σχολή του ΕΜΠ.
Μετά το φονικό σεισμό της 9ης Ιουλίου 1956, το έργο αποκατάστασης των σεισμοπαθών Θηραίων ανέλαβε η κεντρική Υπηρεσία Οικισμού, με Διευθυντή τον αρχιτέκτονα Αχιλλέα Σπανό και Τμηματάρχη τον αρχιτέκτονα Προκόπη Βασιλειάδη, η οποία ίδρυσε για την επιτόπου οργάνωση της ανοικοδόμησης το Γραφείο Οικισμού Θήρας, με επικεφαλής αρχιτέκτονα τον Κωνσταντίνο Δεκαβάλλα. Για το πρόγραμμα ανοικοδόμησης συνεργάστηκαν οι αρχιτέκτονες Βασίλης Γρηγοριάδης, Σάββας Κονταράτος, Βασίλης Μπογάκος, Νίκος Σαπουντζής και Γεώργιος Ζέρβας, το οποίο χωρίστηκε σε δύο φάσεις.
Στην πρώτη, θα αντιμετωπίζονταν οι πιο επείγουσες από τις μετασεισμικές ανάγκες: η στέγαση των σεισμοπαθών και των ακατάλληλα στεγασμένων, με την επισκευή 500 περίπου κατοικιών και την ανέγερση 750 νέων μονάδων αντισεισμικών κατοικιών, η ανέγερση και επισκευή σχολικών κτηρίων και παιδικών σταθμών και η επισκευή των εκκλησιών. Στη δεύτερη φάση, θα αντιμετωπίζονταν τα λιγότερο επιτακτικά έργα αποκατάστασης και τα έργα γενικότερης ωφέλειας: η δημιουργία κοινοτικών κέντρων, η ανέγερση δημόσιων κτηρίων και η διατήρηση και διαμόρφωση σημαντικών κτηρίων και συγκροτημάτων τοπικής αρχιτεκτονικής.

Οι οικισμοί και η κατοικία

μελέτη 1956 – αποπεράτωση 1960 | ομάδα αρχιτεκτόνων – υπεύθυνος μελέτης: Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας
Για την οργανωμένη δόμηση των 11 οικιστικών συγκροτημάτων που θα ακολουθούσε απαλλοτριώθηκαν οι απαραίτητες εκτάσεις. Οι 10 εξ αυτών βρίσκονταν στην επέκταση υφιστάμενων οικισμών ενώ δημιουργήθηκε και ένας νέος οικισμός, το Καμάρι. H στέγαση των σεισμοπαθών θα γινόταν σε προκαθορισμένους τυπικούς πυρήνες κατοικίας, που θα κτίζονταν από τους δικαιούχους, υπό την επίβλεψη της Υπηρεσίας, σε οικόπεδα που θα τους παραχωρούνταν με κλήρωση.

Την πολεοδομική διάταξη χαρακτήριζε ο ορθολογισμός, ο βιοκλιματικός σχεδιασμός και ο σεβασμός στην τοπική αρχιτεκτονική. Tο σύστημα που προκρίθηκε για το σχέδιο των οικισμών είχε ως Κεντρική Ιδέα το διαχωρισμό της τροχαίας κυκλοφορίας από την κίνηση των πεζών. Η δεύτερη θα γινόταν σε στενότερους, πολλές φορές βαθμιδωτούς, πεζόδρομους, που διακόπτονται με μικρές πλατείες, χαραγμένους έτσι ώστε να προστατεύονται από τους ανέμους και να δημιουργούν κλειστές προοπτικές.
Το πολεοδομικό σχέδιο συνέθεταν δύο τύποι οικοπέδου με εμβαδόν 170τ.μ. (10×17μ. και 8,5×20μ) ενώ, για τις μεταστεγαζόμενες οικογένειες, μελετήθηκαν δύο βασικοί τύποι κατοικίας -η μονόθολος και η δίθολος- με δυνατότητα παραλλαγών και επεκτάσεων στο ισόγειο! Tο κλίμα, η ανάγκη να χρησιμοποιηθούν τοπικά υλικά, όπως η ελαφρόπετρα, και ο σεβασμός για την τοπική αρχιτεκτονική οδήγησαν στη συγκεκριμένη μορφή των δυο τύπων, με την αυλή να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο και στις δυο περιπτώσεις. H θολωτή στέγη αποτέλεσε ορθολογιστική απάντηση στα προβλήματα έλλειψης ξυλείας, ανάγκης οικονομίας σε εισαγόμενα υλικά και ταχύτερης εκτέλεσης.

Σχέδια Τύπου ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ 1-μονόθολης. Στην Τομή διακρίνει κανείς την πρόβλεψη κατάλληλης διάταξης ανοιγμάτων για το φυσικό αερισμό και δροσισμό των χώρων.

Εξωτερική άποψη Τύπου ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ 1-μονόθολης.

Εξωτερική άποψη Τύπου ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ 1-μονόθολης.

Εξωτερική άποψη Τύπου ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ 2-δίθολης.

Δημοτικά σχολεία

μελέτη 1956 – αποπεράτωση 1960 | ομάδα αρχιτεκτόνων – υπεύθυνος μελέτης: Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας
Στο πλαίσιο της ανοικοδόμησης του νησιού, η ανέγερση νέων διδακτηρίων, όπου υπήρχε ανάγκη στους οικισμούς, αποτέλεσε ξεχωριστό έργο. Tα δημοτικά σχολεία βασίζονταν σε μια τυπική μονάδα με δύο αίθουσες διδασκαλίας, που είχε ειδικά μελετηθεί ώστε να συνδυάζεται εύκολα και κατά ποικίλους τρόπους με άλλες όμοιες μονάδες και με άλλα κτηριακά στοιχεία, προκειμένου να καλυφούν διαφοροποιημένες ανάγκες και η προσαρμογή στις διαφορετικές συνθήκες του εδάφους και κάθε οικοπέδου. Tα σχέδια παρουσιάζουν δύο βασικές παραλλαγές, αφενός μεν το τυπικό διτάξιο σχολείο, όπως υλοποιήθηκε σε τέσσερις οικισμούς του νησιού και αφετέρου το εξατάξιο σχολείο, που χτίστηκε στην πρωτεύουσα του νησιού. Και σε αυτό το έργο, ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στην οικονομία της κατασκευής και στις βιοκλιματικές παραμέτρους (στον προσανατολισμό και στον φυσικό αερισμό).

Εξατάξιο Σχολείο, σημερινό Συγκρότημα Γυμνασίου και ΕΠΑΛ Φηρών. Κάτοψη, Τομή και εξωτερικές απόψεις. Στην κάτοψη διακρίνεται η τυπική μονάδα των δύο αιθουσών διδασκαλίας, που επαναλαμβάνεται τρεις φορές, σε διαφορετικές στάθμες του επικλινούς οικοπέδου, καθώς και τα λοιπά κτηριακά στοιχεία (γραφεία, υπόστεγα, χώροι υγιεινής). Η βιοκλιματική μέριμνα του σχεδιασμού μαρτυράται αφενός από τη μεσημβρινή στοά, μέσα από την οποία προστατεύεται αλλά και φωτίζεται, με τρόπο ήπιο, η κάθε αίθουσα διδασκαλίας και αφετέρου από την κατάλληλη διάταξη των ανοιγμάτων, όπως διακρίνει κανείς στην Τομή, η οποία εξασφαλίζει φυσικό αερισμό και δροσισμό στις αίθουσες.

Εξατάξιο Σχολείο, σημερινό Συγκρότημα Γυμνασίου και ΕΠΑΛ Φηρών. Εξωτερική άποψη από τη μεσημβρινή στοά. Η “οδοντωτή” παράταξη των τριών μονάδων, στην κάτοψη αλλά και η ανισόσταθμη χωροθέτησή τους στο οικόπεδο επιτυχγάνει μια σύνθεση όγκων πλήρως ενταγμένη στο περιβάλλον, που ταυτόχρονα πλησιάζει την κλίμακα των μαθητών.

Νέο Αρχαιολογικό Μουσείο Φηρών

μελέτη – αποπεράτωση 1960 | αρχιτέκτων: Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας
Το σημείο όπου βρισκόταν και το παλαιότερο Μουσείο του 1902, που πλήγηκε από το σεισμό, έχει θέα προς την θάλασσα της καλντέρας τόσο προς τη δύση όσο και προς την ανατολή. Το νέο κτήριο, με το οποίο αντικαταστάθηκε το παλιό, είναι μονώροφο και αναπτύσσεται γύρω από ένα κεντρικό αίθριο , ανοιχτό προς την θέα της καλντέρας ενώ, σε χαμηλότερο επίπεδο και προς την ανατολική πλευρά, βρίσκεται η αποθήκη του Μουσείου. Τα ελάχιστα στενά ανοίγματα στις όψεις του κτηρίου, εμπλουτίζουν την περιήγηση του επισκέπτη με εντυπωσιακά “κάδρα” προς την μοναδική θέα της καλντέρας. Η πτέρυγα προς βορρά του κτηρίου, προσετέθη αργότερα από τις Υπηρεσίες του Υπουργείου Πολιτισμού.

Σκίτσο του Κ. Δεκαβάλλα της διάταξης του νέου Αρχαιολογικού Μουσείου Φηρών. Η καθαρότητα της ογκοπλασίας, όπως φαίνεται πριν τις μεταγενέστερες προσθήκες, εντάσσει το νέο κτήριο άριστα στο δομημένο περιβάλλον, προσδίδοντάς του παράλληλα την απαραίτητη “αίγλη”, με τρόπο διακριτικό.

Κάτοψη ισογείου του νέου Αρχαιολογικού Μουσείου Φηρών. Ο εκθεσιακός χώρος “σχήματος Π” αναπτύσσεται γύρω από κεντρικό αίθριο. Στην οροφή του χώρου διακρίνονται 15 κυλινδρικοί φωταγωγοί που εξασφαλίζουν, με τρόπο φυσικό, τον ιδανικό διάχυτο φωτισμό για τα εκθέματα.

Προς ποια σύγχρονη αρχιτεκτονική;

Οι παραδοσιακοί οικισμοί της Σαντορίνης αποτελούν τις μαρτυρίες μιας μοναδικής αρχιτεκτονικής κληρονομιάς. Εκφράζουν τις ιστορικές δομές που τους δημιούργησαν, με μέσα απλά και υλικά του τόπου. Οι σεισμοί του Ιουλίου του 1956, που έπληξαν το νησί, υποχρέωσαν σε μετακίνηση πληθυσμού προς τον Πειραιά και την Αθήνα. Η ζωή όμως προχωρά. Η αρχιτεκτονική ομάδα του προγράμματος ανοικοδόμησης αποδίδει, σε ελάχιστο χρόνο, ένα αρχιτεκτονικό έργο παγκόσμιας αναγνώρισης. Ορισμένοι από τους κατοίκους, κάποια στιγμή, επιστρέφουν ενώ, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, η Σαντορίνη καθιερώνεται ως κορυφαίος τουριστικός προορισμός σε παγκόσμια κλίμακα. Η τουριστική ζήτηση ενθαρρύνει την οικοδομική δραστηριότητα, τόσο σε νέες κατασκευές όσο και σε ανακατασκευές των υπαρχουσών, με αλλαγή χρήσης χωρίς απαραίτητα και αλλαγή της μορφής. Σε κάθε περίπτωση, τίθεται σήμερα και πάλι το ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει η αρχιτεκτονική ομάδα του προγράμματος ανοικοδόμησης: “Πώς κτίζουμε σήμερα στη Σαντορίνη;”
Θα πρέπει, φερ’ ειπείν, εμείς οι αρχιτέκτονες, και χάριν κάποιας ενδεχόμενης αναγνώρισης, να βρισκόμαστε σε μια διαρκή αναζήτηση της ρηξικέλευτης μορφής; Ή μήπως, αντίθετα, θα πρέπει ο καθένας ξεχωριστά και όλοι μας ως κλάδος να συνταχθούμε, κατόπιν συνενόησης, σε μια κατ’ εξακολούθηση αντιγραφή και επανάληψη κάποιων προσυμφωνημένων μορφών και στερεοτύπων; Και οι δυο εκδοχές, αν τις αναλογιστεί κανείς, ελάχιστα αφορούν ουσιαστικά τη ζωή ή τις τρέχουσες ανάγκες του ανθρώπου -φυσικές και πνευματικές- που καλείται να καλύψει ένα κτήριο. Συνάμα, κρύβουν έναν πιεστικό καταναγκασμό για το δημιουργό, είτε προς την κατεύθυνση μιας αέναης “πλειοδοσίας” είτε προς την κατεύθυνση μιας a priori “συμμόρφωσης”.
Διερωτώμαι συχνά αν είναι μόνο η μορφή -το λευκό χρώμα και κάποιες συγκεκριμένες λεπτομέρειες- ή κάτι βαθύτερο στην αρχιτεκτονική του νησιού, αυτό που σιγκινεί τους επισκέπτες… Αν φερ’ ειπείν, μπορούσαμε να αντικαταστήσουμε για λίγο με το νου, το λευκό ή τη θολωτή απόληξη των περισσότερων παραδοσιακών κατασκευών με κάτι διαφορετικό, αυτό το “άλλο” θα συνέχιζε άραγε να έχει αξία και να έλκει το ενδιαφέρον μας; Εκτιμώ πως ναι, με την προϋπόθεση όμως να διατηρούσαμε μια σειρά πραγμάτων: τον τρόπο έδρασης της κατασκευής στο έδαφος, την κλίμακα όπως αυτή προκύπτει από τη διαπλοκή των όγκων, τις αναλογίες, τη σύνθεση των χώρων στάσης με τους χώρους κίνησης και όλες εκείνες τις παραμέτρους που συνθέτουν την αλήθεια των πραγμάτων και συνήθως “κρύβονται” πίσω από τη μορφή τους.
Ανακαλώντας την περιήγησή μου ανάμεσα στα μισογρεμισμένα σπίτια του προϊστορικού οικισμού του Ακρωτηρίου, οι διαπιστώσεις και τα διδάγματα είναι μάλλον απελευθερωτικά. Με την ατελή τους μορφή, όπως διασώθηκαν τα κτήρια και η πόλη, αφτιασίδωτα και τα δυο, δίνουν την ευκαιρία στον επισκέπτη να συλλογιστεί, σε ένα αρκετά αφαιρετικό επίπεδο, πάνω στη λειτουργία και την πρωτογενή επίδραση που έχει ο χώρος πάνω στον άνθρωπο. Αναλογίζομαι με τι έκπληξη συνειδητοποίησα πόσο κοντά σε εμάς φαίνεται να ζούσαν οι άνθρωποι εκείνοι.. Είχαν λίγο έως πολύ τις ίδιες με εμάς συνήθειες, έχτιζαν τα σπίτια τους και τις πόλεις τους με τον ίδιο σχεδόν τρόπο! Το διακρίνουμε αυτό κινούμενοι στους πολυσύχναστους ή πιο ερημικούς δρόμους τους, στις πλατείες τους, ανάμεσα στους χαμηλούς ή τους ψηλότερους τοίχους των πολυόροφων σπιτιών τους, με τις περισσότερο ή λιγότερο επιμελημένες όψεις, αλλά και στα μαγαζιά τους, που άλλα “βλέπανε” πάνω στον κεντρικό δρόμο και άλλα, πιο “αποτραβηγμένα”, σε κάποιο παράδρομο.

Άποψη από τον προϊστορικό οικισμό του Ακρωτηρίου. Φαίνεται πως ο χώρος επιδρούσε με τον ίδιο πάντα τρόπο στον άνθρωπο. Το “σημείο αναφοράς”, ο “άξονας”, η “κλίμακα”, η “αναλογία”, ο “χώρος στάσης” και ο “χώρος κίνησης”, οι “οπτικές φυγές”, έννοιες δηλαδή που συναντά κανείς στους μεταγενέστερους προσεισμικούς οικισμούς του νησιού ή στην “αρχιτεκτονική του Κ. Δεκαβάλλα”, είναι ήδη παρούσες στον προϊστορικό οικισμό! Επίσης φαίνεται πως και “ο άνθρωπος του Ακρωτηρίου” αναζητούσε από τότε τον “τοίχο” αλλά και την “πλατεία”, το “μαζί” αλλά και το “μόνος”, το “ήσυχο” αλλά και το “πολύβουο”, το “σκιερό” αλλά και το “προσήλιο” κοκ. Τέτοιες ήταν και τότε οι φυσικές και πνευματικές ανάγκες που κάλυπτε ο άνθρωπός με την αρχιτεκτονική, με τα δεδομένα μέσα και υλικά κατά την Εποχή του Χαλκού! Δηλαδή, λίγο έως πολύ, τις ίδιες ανάγκες με των ανθρώπων που έκτισαν και τους μεταγενέστερους οικισμούς του νησιού, πριν το σεισμό, τις ίδιες και με τις σημερινές.
Ίσως το λευκό κι ο θόλος να έχουν ταυτιστεί με την εικόνα της θηραϊκής παράδοσης αλλά εκτιμώ ότι υπάρχουν ουσιαστικότερες και σοβαρότερες παράμετροι, πίσω από την επιδερμίδα της μορφής, που προδιαγράφουν τη μοναδική αρχιτεκτονική του νησιού. Δυστυχώς, στον αντίποδα του έργου της “ομάδας Δεκαβάλλα”, υπάρχουν πρόσφατα παραδείγματα κτισμένου έργου στο νησί που δείχνουν τι μπορεί να συμβεί όταν αυτές οι παράμετροι δεν ληφθούν υπόψιν, παρά μόνο αρκεστεί κανείς στην απλή παράθεση κάποιων παραδοσιακών στοιχείων. Αντίθετα, το αρχιτεκτονικό έργο που απέδωσε η μελετητική ομάδα της ανοικοδόμησης, κινούμενο στις ίδιες αρχές με τον προϊστορικό κτίστη του Ακρωτηρίου ή τον μεταγενέστερο κτίστη της Οίας, είναι διδακτικό εξίσου. Ο ίδιος ο Κ. Δεκαβάλλας γράφει:
«Εμείς δεν αντιγράψαμε τα σπίτια που προϋπήρχαν της καταστροφής. Φτάσαμε στο ίδιο συμπέρασμα αλλά από άλλο δρόμο. Οι περιορισμοί ήταν συγκεκριμένοι: ελλείψεις υλικών, μεταφορικών μέσων και ειδικευμένου προσωπικού. Προσπαθήσαμε να κάνουμε μια σύγχρονη αρχιτεκτονική για τη Σαντορίνη, με την εμπειρία, τα μέσα και τις γνώσεις που είχαμε τη συγκεκριμένη εκείνη εποχή. Δεν θελήσαμε να κάνουμε παραδοσιακή «ηθογραφική» αρχιτεκτονική, όπως μας κατηγόρησαν, γιατί δεν μας ενδιέφερε κάτι τέτοιο. Στη Σαντορίνη, μετά την παραδοσιακή προ-νεοκλασική αρχιτεκτονική, είχε μεσολαβήσει η νεοκλασική περίοδος. Εμείς ήρθαμε σε μια άλλη εποχή, με μια άλλη αρχιτεκτονική, να λύσουμε άλλα προβλήματα. Πράγματι, το τελικό αποτέλεσμα υποδηλώνει ότι διδαχτήκαμε από την αρχιτεκτονική που βρήκαμε, τη μελετήσαμε και στηριχτήκαμε στον τρόπο με τον οποίο αυτή είχε δημιουργηθεί. Επιδιώξαμε να δημιουργήσουμε εικόνες μέσα στους οικισμούς, κάνοντας αρχιτεκτονική σύνθεση και όχι απλή παράθεση στοιχείων. Σε αυτό πιστεύω ότι πετύχαμε.»

Βιβλιογραφία

* Οι φωτογραφίες που αφορούν το έργο ανοικοδόμησης στης μετασεισμικής Σαντορίνης έχουν ληφθεί από την έκδοση που πραγματοποιήθηκε με την ευκαιρία της αναδρομικής έκθεσης του αρχιτεκτονικού έργου του Κωνσταντίνου Δεκαβάλλα στο Μουσείο Μπενάκη, τον Οκτώβριο 2008, με τίτλο “Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας. Από την μεγάλη κλίμακα στην μικρή”. Οι υπόλοιπες φωτογραφίες έχουν αναζητηθεί στο διαδίκτυο.
Αίσωπος Γ., Γυφτόπουλος Στ., Φίλιππα Κ., Χατζηγιαννούλη Μ. (1992), «Επιστροφή στη Σαντορίνη», Αρχιτεκτονικά Θέματα 26, σ. 42-46.
Bατόπουλος Ν. (2007), «Ώσμωση παλιού και νέου στις αναπλάσεις», Καθημερινή 4 Φεβ. 2007.
Δεκαβάλλας Κ. (2007), «Σεισμός, η πολεοδομική διάσταση και θωράκιση των παραδοσιακών και μη κτηρίων. Η ανοικοδόμηση της Σαντορίνης», Πόλεις της Μεσογείου μετά από σεισμούς, Βόλος, σ. 152-161.
Δεκαβάλλας Κ. (2008)”Κωνσταντίνος Δεκαβάλλας. Από την μεγάλη κλίμακα στην μικρή”. Μουσείο Μπενάκη
Κονταράτος Σ. (1972), «Μοντέρνα και ανώνυμη αρχιτεκτονική. Μια άλλη άποψη για την ανοικοδόμηση της Σαντορίνης», Αρχιτεκτονικά Θέματα 6, σ. 60-62.
Λάββας Γ. (1972), «Ανώνυμη και μοντέρνα αρχιτεκτονική», στο ίδιο, σ. 49-59.
Μονιούδη-Γαβαλά (1997), Σαντορίνη. Κοινωνία και χώρος, 15ος-20ός αι., Αθήνα.
Φιλιππίδης Δ. (1983), «Σαντορίνη», Ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική, τ. 2, σ. 146-178.
Φιλιππίδης Δ. (2007), «Η εκδίκηση του μοντερνισμού. Αρχιτεκτονική στη Σαντορίνη μετά τους σεισμούς του 1956», Πόλεις της Μεσογείου μετά από σεισμούς, Βόλος, σ. 162-169.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *