ΑΝΤΡΟΠΑΡΕΕΣ.. “ΕΚΠΑΓΛΟΙ, ΕΥΕΙΔΕΙΣ ΚΑΙ ΚΑΛΛΙΠΥΓΑΙ ΝΕΑΡΑΙ”

ΕΝΑ ΑΠΟΛΑΥΣΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΒΑΣΙΛΗ ΚΟΥΒΑΛΗ

 

 

 

“Ήμουν κι εγώ εκεί… Με τα γερόντια,τον Αρτίμη και το Ρουσσέτο,στη παραλία της Περίσσας… “Πιατσάρανε” τα απίθανα γερόντια,απογευματάκι και καταλήξανε για τσιπουράκι σε παραλιακό καλό μεζεδοπωλείο…”Χτυπήσανε” γαρίδα, χταποδάκι, γαύρο κλπ τσιπουρομεζεδάκια και ήταν στο τρίτο καραφάκι,όταν πέρασα από μπροστά τους…

“Ρε καλώς τονε τον κυρ-Βασίλη”,αναφώνησαν και τα δύο “γεροντο-μπουμπούκια”, όταν με αντίκρυσαν. -“Ελα κάτσε καβρέ,να πιείς ένα…” Σιγά μην έχανα την ευκαιρία…Υποψιάστηκα “φάσεις” και χαριτωμένη κουβενταρία και θρονιάστηκα, παραγγέλνοντας μια “γύρα”, θέλοντας με το κέρασμα να νομιμοποιήσω την προσκόλληση στην παρέα… -Σιγά ρε κουβαρντόπαιδο,που μας βρήκες και θέλεις να κεράσεις…”, με ανακάλεσε στη τάξη ο γερο Αρτίμης… Έκανα “μώκο” και άρχισα να τσιπουρίζω μαζί τους.

Και βέβαια,άρχισε και το κουβεντολόι… Και τι δεν άκουσα…Ιστορίες από τα στρατιωτικά τους χρόνια, ιστορίες από γυναίκες,ιστορίες της θάλασσας…Και το γέλιο ασταμάτητο…Απίθανο χιούμορ τα γερόντια. Και ενω η κουβέντα ήταν σε πλήρη ροή και ένταση, κάθε τόσο και λιγάκι,που λέμε,παρατήρησα, ότι οι καλοί μου φίλοι σταματούσαν για λίγα δευτερόλεπτα,έριχναν ματιές στο δρόμο και συνέχιζαν τη συζήτηση…

Στην αρχή δεν έδωσα σημασία,αλλά μετά από δυό-τρείς παύσεις διαπίστωσα, ότι τους αειθαλείς γερόντους μου, τους αποπροσανατόλιζε, η διέλευση νεαρών θηλυκών υπάρξεων, που με τα αποκαλυπτικά ρουχαλάκια τους και τα καλοσχηματισμένα “ποδαράκια” τους, περνούσαν, δίκην παρελάσεως από τον παραλιακό δρόμο…Κάθε φορά λοιπόν,που περνούσαν ” έκπαγλοι,ευειδείς και καλλίπυγοι” νεαραί, οι δικοί μου “τα παίρνανε”. Δεν έλεγαν όμως τίποτε,αλλά έριχναν κάθε φορά και έναν αναστεναγμό, νοσταλγίας, θύμησης περασμένων μεγαλείων,διανθισμένο και με ολίγη δόση απαγοήτευσης,για το μη αναστρέψιμο “θλιβερό” τους σεξουαλικό παρόν…

Δεν έχασα κι εγώ την ευκαιρία: -Δεν μου λέτε ρε νεαροί,τι γίνεται με Σας? πως την έχετε δεί? Γι αυτό καθόστατε εδώ? Γέλασαν και οι δύο και άρχισαν τα ωραία και “αντρικά”. -“Τι να σου πούμε κυρ-Βασίλη,τώρα που έγινε η θάλασσα γιαούρτι,χάσαμε τα κουτάλια..”.είπε ο Ρουσσέτος. -“Κυρ-Βασίλη,άστα,έπρεπε σήμερα να είμαι 18 χρονών”συμπλήρωσε ο Αρτίμης,”και θα σούλεγα εγώ..” -” Μη τα ρωτάς φίλε μου” ανταποκρίνεται ο Γερο Ρουσσέτος “μπαίνει το λουκούμι στον κουμπαρά?” Και συνεχίζει ο Αρτίμης: -“Βασίλη μου τραγική η κατάσταση,πάει η σφυρίχτρα μας,πάνε τα εργαλεία μας, πάνε και τα άρματά μας…

Και δώστου γέλιο. “Εκατό καρδιές” κάναμε από τις χαριτωμενιές και την εγκαρδιότητα της παρέας… Αφού είπαμε κι άλλα κι άλλα, τελικά φύγαμε για τα σπίτια μας με την καλλίτερη διάθεση, που μπορούσε να υπάρξει… Στο αυτοκίνητο σκεφτόμουν τη νοοτροπία του αντρικού μας πληθυσμού στην Ελλάδα (κάθε ηλικίας) αυτή της (μεταξύ μας!) φαλλοκρατικής, της γεμάτης ερωτισμό,σεξουαλικότητα και Αριστοφανισμό και ορμώμενος από τη λέξη του Αρτίμη για “τα “αρματα” συνέδεσα τη Σαντορίνη με τα Βέρβενα, όπου ρωτώντας τα γερόντια για τις επιδόσεις τους απαντούσαν: -“Αχ καμάρι μου, πού μέση για άρματα,σ αυτή την ηλικία…” Άαα μη το ξεχάσω: Όταν σηκώθηκα από την καρέκλα στο μεζεδοπωλείο,ένοιωσα να με πονάει η μέση μου…Λέω να δοκιμάσω αν “σηκώνει άρματα”. Τρομάρα μου…”.