ΠΑΡΑΣΥΡΘΗΚΕ, ΚΑΛΟΧΤΕΝΙΣΤΗΚΕ Η ΖΩΗ ΜΑΣ, ΧΩΡΙΣ ΧΑΛΙΝΟ ΚΑΙ ΟΡΙΑ

ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΣΑΚΙ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΑΡΖΕΝΤΑ

 

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΡΖΕΝΤΑΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΠΥΡΓΟΥ-ΚΑΛΛΙΣΤΗΣ

Λαλακώ να γράψω πολλά και όμορφά…, γλυκά και ανάλαφρα…, επιθυμώ εναγωνίως να ορθοπενιάσω τo πριν, το χθες, το σήμερα, τα τριγύρω μου…, τα πλωριά μου και τα πρυμναία μου… Και είναι πολλά… πάμπολλα…, καυστικά και λαδωμένα… με άρωμα, μύρο, μάραθο, μαυροτράγανο και μαυραθήρι… Ερωτώντας τον εαυτό μου πολλάκις για το τι να γραφοπενιάσω και καθρεπτιζόμενος «ο εγώ», ομορφούλης (ζήλεια…), παπαρολόγος (απέχθεια…αλλά όπως διατείνεται μια ΑΓΝΩΣΤΗ για αυτόν, και μόνο για αυτόν και τον υποβολέα του ΨΥΧΗ… «Ναι ψυχούλα μου…, ψεύτικη…, ύπουλη και θολωμένη…, η τεχνολογία είναι δίπλα σου, είναι η αναπνοή σου και γνωστότατος απρόσεκτε προς εμέ τον γραφικό…» (δήλωση που δεν παραγράφεται ευκόλως)…

Και εξιστορώντας την εν λόγω βάσανοιστορία μου, εις το βάσανο μου…. μου λέει…. άκου ήντα μου ξεμπροστιάζει ο καθρεπτάκος μου… υπενθυμίζοντας μου να γραφολοήσω μια γλυκιά, αληθινή ιστοριούλα που του είχα πει για την λαλά μου…, την ΑΝΝΑ του λεμονά… Μεγάλη σε ηλικία τότε και αποδημούσα πριν πολλά χρόνια και για αρκετά χρόνια αγκυροβολημένη και ανήμπορη στο μοσχομυρισμένο από αμέριστη φροντίδα της θειάς μου το κρεβάτι της…

Με περίμενε με λαχτάρα να την επισκεφτώ την Κυριακή (ποια Κυριακή) όταν πολουτρουήσει για να με φιλέψει ένα λουκουμάκι και ένα καφέ… Να με δει και να χαρεί…, να λαμποκοπήσει… Να δει το σερνικάκι της… «που ήντα θέλε βρε Νικολό», ήλεε στον πατέρα μου να πάει στα παπόρια, «Ήντα θέλε… να πνιεί και ήντα θα γίνομε με το κισηράκι μας…; Δεν νταγιαντώ να τα γροικώ… δεν νταγιαντώ… αλλά ο Αη Νικόλας να είναι δίπλα ντου…» (και με σταύρωνε συνέχεια… όχι μόνο μπροστά μου.. αλλά και τσι φωτογραφίες μου..!)… «Κάλιο εδώ και να λακίζει…, να θερίζει…, να τρυά… και να διαλέει ντομάτες παρά μες τση παπόρες να θαλασσοπνίετε… ο τρεζός..!»

Και όταν αραξοβόλιασα για λίγο επαέ να δω τα στερημένα αγαπημένα πρόσωπα… η πρώτη μου έννοια ήτανε να την επισκεφτώ…, να την αγκαλιάσω…, να την φιλήσω…, να δακρύσω… και να αφουγκραστώ ήντα χε να μου πει και να μου ψιθυρίσει… και την αυτουλαριά μου να χαϊδολοήσει… λέγοντας αχνά, αλλά πονετικάαα μοναδικά… «Βρε ήντα θέλες Γιώργη τση θάλασσες…. Εε; Ήντα θελες μάτια μου να πνιείς.. Κα για πε μου πως πάει αυτό το πράμα στην Αθήνα…, πώς;» Και γω απαντούσα θέλοντας να την πειράξω… «Κα λαλά, με τα κουπιά πάει… και σηκώνομε πανί πότε…, πότε εάν έχει αερίδι…» και εκείνη απορούσε με τα μάτια να λαμποκοπούν από την χαρά της που με είχε αγκαλιά…

«Βρε Νικολό μου, αλήθεια μου λέει ο μικρός» ρωτούσε τον πατέρα μου.. «Κα μη τον ακούς… με μηχανές πλέουνε..» Εάν ζούσε πρέπει να γελούσε ακόμη λέγοντας μου «Κα μη μου πεις ότι έχετε και μάγειρα…, έχετε και καλό κρεβάτι…, με στρωσίδια λαμπερά…, και απόπατο με καζανάκι… και χαρτί…, γιατί θα τρεζαθώ…!» Κα, μια βδομάδα κάναμε να πάμε Πειραιά με τον παππού τον Μιχάλη.. «Ααα, ήντα τραβήξαμε Γιώργη μου… κι μας ήβρεξε και η θάλασσα και μας τελείωσαν και οι κουλουρες, τα δυο παστά φλώρια… και το χλωρό… και άμε να πας στον απόπατο…» Κα βρε ποιο απόπατο…; Σε μια χαραμάδα πήαινες και τα σπερνες… και μιλάμε για ώρες…

Άκου ώρες… είκοσι…, είκοσι πέντε…! Τώρα…; Τριάντα λεπτά με τα αεροπλάνα και τρεις ώρες με παρέα τον Ποσειδώνα… την θάλασσα… Αναχωρείς το πρωί δια αέρος και ασχολείσαι με πάρα πολλά και επιστρέφεις εν Θήρα τας απογευματινάς ώρας και εις την ερώτηση… «Καλέ που ήσουν Γιώργη…;» «Κα μέχρι τα φηρά πηα.. ήθελες πράμα…; Ήντα θέλες…; «Κα πήρες τα φάρμακα του πατέρα…» «Εε, ναι για αυτά είχα πάει…που…; Μα Αθήνα σας αποκρίνομαι… Βέβαια σας βλέπω μειδιάτε…, σας νοιώθω…, σας αισθάνομαι…, σας ψιλοαφουγκράζομαι… και βλέπω την ματιά σας…. Γιάντα όλα τούτα τα της τότε εποχής…, γιάντα τη λαλά…, το χλωρό και την βδομάδα ταξιδιού θυμάμαι..;

ΓΙΑΝΤΑ…; Μα εξελίχθηκε…, παρασύρθηκε…, καλοχτενίστηκε…, η ζωή μας χωρίς χαλινό και όρια… Προσπάθειες ατελείωτες και επίπονες από όλους για πολλά… Όμως ξεφεράραμε και ξεφύγαμε στην στροφή…! Την έχουμε πάρει πολύ ανοικτά.. μας έχει πετάξει έξω από το δρόμο και κατρακυλάμε.. σε άγνωστη πορεία…! Σας διαβεβαιώ αγαπημένοι μου πονώ…! Γι’ αυτό γραφοπενιάζω…, γι’ αυτό λαλακώ πολλά της τότε εποχής…! Αλλά…, αλλά…, αλλά… Να ακολουθήσουμε την ανάπτυξη…, την εξέλιξη…, την ομορφιά…, την παράδοση να διατηρήσουμε για να ζήσουμε…! Για να ζήσουμε…, να ζήσουν και τα γονίδια μας… όμορφα…, μετρημένα…, ανθρώπινα και ας μου επιτραπεί ΕΛΛΗΝΙΚΑ…, ΘΗΡΑΪΚΑ…, ΝΑΥΤΙΚΑ και ΑΛΗΘΙΝΑ…! Καλοτάξιδοι…