ΑΝΤΙΟ ΣΤΗΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΝΑΚΑΡΗ

ΜΙΑ ΓΕΙΤΟΝΙΑ, ΜΙΑ ΑΓΑΠΗ, ΕΝΑ ΝΟΙΑΞΙΜΟ

 

 

 

  H κυρία Ευαγγελία. 2-3 φορές τη βδομάδα, μας έφερνε καθαρές πετσέτες στο ραδιοσταθμό.

Κυρία Ευαγγελία γιατί ταλαιπωρείστε, έχουμε χαρτί κουζίνας”.

Απτόητη, αυτή. Ήθελε να έρχεται. Και κάθε φορά μου είχε μια αγκαλιά και σταυρωτά φιλά στα μάγουλα.”Η μανούλα σου παιδί μου καλά;”.

Καλά κυρία Ευαγγελία”.

Μήπως πεινάς παλικάρι μου;.Εδώ δίπλα είμαι, να σου φέρω κάτι. Τόσες ώρες είσαι εδώ”.

Θα νυστάξω αν φάω. Και δεν θα μπορώ να κάνω εκπομπή. Καλή όρεξή εσείς”.

Σιγά- σιγά, άρχισα να τη λέω “μάνα”, έτσι, επειδή μου θύμιζε τη δικιά μου. Με τις καθαρές της πετσέτες και τη μόνιμη ερώτηση : “αν πεινάς, να σου φέρω κάτι”.

Το μόνο που δεν σήκωνε αντίρρηση, ήταν το αντίδωρο. “Θα το φας, είναι ευλογημένο”.

Προχτές, μιλούσα με ένα γιατρό. Μου είπε για μια δύσκολη επέμβαση που έκανε. Χάθηκα, γιατί η περιγραφή (χωρίς όνομα) παρέπεμπε στην κυρία Ευαγγελία.

Κατευθείαν τηλέφωνο στο Στέλιο “Ρε, η μάνα, είναι καλά;”.

Όχι, αλλά οι γιατροί την φροντίζουν τόσο πολύ που δεν μπορώ να σου περιγράψω”.

Μου τόλεγε η κυρία Ευαγγελία, κάθε φορά που με χάιδευε, με φιλούσε και μ’ αποχαιρετούσε. “Να μου τον προσέχεις, έτσι;”.

Μην ανησυχείς, μάνα” της έλεγα “σαν αδελφό μου τον έχω”

Σήμερα, έφυγε. Πλήρης ημερών. Αλλά, τα δάκρυα, δεν υπολογίζουν μέρες. Αύριο στο Κοντοχώρι, θα την αποχαιρετήσουμε. Και, κυρία Ευαγγελία, την υπόσχεσή μου την τήρησα. Σαν αδελφό μου το είχα το Στελλάκι σου. Καλό σου κατευόδιο. Μπορεί να μην σε ήξεραν παραπέρα από τη γειτονιά σου, αλλά δεν ξεχνώ τη μητρική σου αγκαλιά, τα σταυρωτά σου φιλήματα και το νοιάξιμο για τη δική μου μάνα.