ΜΕΡΙΚΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΘΥΜΑΜΑΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΟΠΡΟΝΟΙΑ ΚΑΙ ΤΗ ΧΩΡΑ ΣΙΚΙΝΟΥ

ΑΡΘΡΟ ΚΑΙ ΦΩΤΟΡΕΠΟΡΤΑΖ ΤΟΥ Θ. ΣΚΑΜΠΑΒΙΡΙΑ

 

 

 

“Το καλντερίμι ήταν λίγο πιο πάνω από την στάθμη της άμμου, οι δύο λωρίδες με βράχια μέσα στη θάλασσα δεν υπήρχαν ( στο κέντρο της παραλίας και δίπλα στην βεγγέρα ),  μου λέγανε δε ότι στην σπηλιά που είναι απέναντι κάτω από τον δρόμο, είχε άμμο και πήγαιναν περπατώντας εκεί για να βρουν σκιά ( έχω φωτογραφίες ).

Ο κόκκινος φάρος δεν υπήρχε, γιατί εκεί ήταν θάλασσα, επίσης δεν υπήρχαν τα αρμυρίκια στην άμμο, που φύτεψαν η Φλώρα, ο Μιχάλης και ο Χαλκέας, βάζοντας μικρά κλαράκια που τώρα έχουν γίνει θηρία και προσφέρουν την σκιά τους στους λουόμενους. Η θάλασσα μπροστά στον Χαλκέα έφτανε μέχρι περίπου τα μισά του τωρινού δρόμου και υπήρχε ένα πέτρινο σκαλοπάτι, λίγο πιο κάτω από την επιφάνεια του δρόμου, που πήδαγαν σε αυτό για να βγουν από τις βάρκες τους οι Σικινήτες. Εκεί που έχει τώρα το Marconi τις καρέκλες του και λίγο πιο μέσα υπήρχε μια γλίστρα, που έβγαζαν όλοι τις βάρκες τους έξω, σε άγρια σοροκάδα. Ο Παναγιώτης και ο Λουκάς νοίκιαζαν 10 δωμάτια, με δύο κοινόχρηστες τουαλέτες, συνολικά.

Στο καλντερίμι κυκλοφορούσαν με τα πόδια και με φορτωμένα ζώα, που γέμιζαν τις πλάκες με καβαλίνες, τις μάζευαν οι ντόπιοι για κοπριά και οι μελισσοκόμοι που όταν τις άναβαν μέσα στο καπνηστήρι τους έβγαινε άσπρος και παχύς καπνός, οι δε ντόπιοι κατασκεύαζαν και φορούσαν πάνω από χοντρές μάλλινες κάλτσες, ένα είδος πέδιλου με δερμάτινα λουριά που για σόλα είχε ένα κομμάτι από λάστιχο αυτοκινήτου, κομμένο στη φόρμα του ποδιού, αυτά τα πέδιλα εμείς τα λέγαμε τότε για αστείο   ¨Cintourato Pirelli ¨.

Ανεβαίνοντας ο ταξιδιώτης το καλντερίμι προς την Χώρα μετά την πρώτη στροφή συναντούσε δεξιά τον « μπουναμά » , μία μαρμάρινη κρήνη που έτρεχε πόσιμο νερό από την χούφτα της, μετά έπεφτε, σε μια μεγάλη γούρνα στη βάση της, από αυτήν ξεδίψαγαν τα ζώα και οι μέλισσες, μάλιστα λέγανε ότι όποιος πιει νερό του μπουναμά θα παντρευτεί Σικινιώτισα, σε μένα πάντως έπιασε.

Στα δεξιά του δρόμου υπήρχαν 3 μαρμάρινες τοξωτές χαμηλές αψίδες, που με εσόγλυφα γράμματα έγραφαν Στάδιον 1, 2, 3.450, ανά ένα χιλιόμετρο.

Στο μέσο της διαδρομής υπήρχε στην δεξιά πλευρά, μια ξυλοκερατιά και όλοι καθόντουσαν εκεί να ξαποστάσουν και έλεγαν « πάμε για το δεύτερο καφεδάκι » γιατί ακολουθούσε συνεχής ανηφόρα, ( το πρώτο καφεδάκι ήταν στην ανηφόρα της ΔΕΗ ), υπήρχαν επίσης δύο στιάδια και όταν τους έπιανε βροχή μπαίνανε από κάτω για να προφυλαχτούν.

Το Κάστρο και το Χωριό δεν είχε ξενοδοχείο, μόνο λίγα ενοικιαζόμενα δωμάτια, είχε όμως τρία καφενεία και ένα μπακάλικο. Το καφενείο του Ζαχαρία ( όλοι έτσι τον φώναζαν, γιατί όταν ήταν μικρός τραγούδαγε συνέχεια ένα σουξέ της εποχής με τίτλο ¨ ο Ζαχαρίας και η Αντζουλίνα ¨ και του έκατσαν το παρατσούκλι ) ένας καλοκάγαθος και γελαστός Σικινιώτης ,που αγαπούσε μια ζωγραφιά της γοργόνας, εκεί που είναι σήμερα το ΄ανέμελο΄, το καφενείο του Λούμου, του πατέρα του Σταύρου, που πήγαιναν οι μεγαλύτεροι Σικινιώτες ( εκεί που είναι σήμερα το σουλάτσο ) και το καφενείο του Ντιντίκου στη ίδια θέση που είναι σήμερα το εστιατόριο, η κληματαριά, μπαίνοντας αριστερά είχε μία κλασική καρέκλα κουρείου και ο γέρο Ντιντίκος, κούρευε τους άντρες”.