ΣΤΙΓΜΙΟΤΥΠΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΓΛΥΝΟΥ

ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΑΣ, ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΚΑΙ ΑΥΤΟΔΙΟΙΚΗΣΗΣ

 

 

 

   

Γιάννης Γλυνός

Επειδή δεν έχω άλλο τρόπο να αποχαιρετήσω τον αγαπημένο μου φίλο Γιάννη Γλυνό, περιορίζομαι στα γραπτά μου και στα κοινά μας στιγμιότυπα.

Κόρθι Άνδρου, πάλι. Ο Γιάννης με ξεναγεί. Αυτή τη φορά με πάει σε ένα λοφάκι με υπέροχη θέα στο πέλαγος. Πάνω υπάρχει ένα λιτό, αλλά καταπληκτικό παγκάκι (μεγαλούτσικο) και από πέτρα, γιατί η Άνδρος είναι ξακουστή για το σχιστόλιθο που έχει. Πίσω μας ένας ιστός όπου ανεμίζει η σημαία. “Θες να σου πω γιατί το έφτιαξα, αυτό “ μου λέει ο Γιάννης. Σιγά μην δεν ήθελα!. Αφηγείται λοιπόν. Έρχεται ένας τρανός εφοπλιστής (έχει και κάποια σχέση με τη Σαντορίνη και άλλωστε η Άνδρος είναι το νησί των εφοπλιστών).

Για πες μου Δήμαρχε, τι έργο θέλεις να σου κάνω;”. Ύφος του λεφτά, που γυρνάει πάμπλουτος στο χωριό του και νομίζει πως όλοι θα του φιλούν το χέρι και θα τον παρακαλάνε. “Τίποτα, σας ευχαριστώ”, απαντά ευγενικά ο Γλυνός, “όλα τα έργα τα έχω δρομολογήσει, τα έχω κοστολογήσει και εξασφάλισα τη χρηματοδότησή τους”. Ο εφοπλιστής, απορεί. Μέχρι τότε όλοι του έκαναν ρεβεράντζες και ο Δήμαρχος του φτωχού Κορθιού του προσφέρει μεν, ένα ευγενικό – εθιμοτυπικό γεύμα, αλλά απορρίπτει τα λεφτά του. Κι εκεί συμβαίνει αυτό που μόνο άνθρωποι με ποιότητα μπορούν να καταλάβουν. “ Δήμαρχε” του λέει, “θέλω να κάνω ένα καλό έργο. Όποιο μου πεις, αλλά κι εσύ θα μου κάνεις μια χάρη”.

Το έργο έγινε και η χάρη ήταν-πάλι με χρηματοδότηση του εφοπλιστή- εκείνο το πέτρινο παγκάκι στο λόφο με τον ιστό της σημαίας- ο πάμπλουτος Ανδριώτης πλοιοκτήτης, πήγαινε στο Κόρθι, χαιρέταγε με σεβασμό το Γιάννη και μετά ανέβαινε στο παγκάκι του για να ατενίσει το πέλαγος και τα καράβια που περνούσαν. Και μετά, ότι του ζητούσε ο Δήμαρχος, το έκανε. Γιατί κατάλαβε ότι είχε να κάνει με έναν άνθρωπο με αξιοπρέπεια και τσαγανό. Εκεί κάτσαμε με το Γιάννη κι αγναντεύαμε το πέλαγος, χωρίς να μιλάμε. “Δημητρό, όταν σου δίνει κάποιος κάτι, πρέπει να ξέρεις πως θα το πάρεις. Αλλιώς σε κάνει υποχείριό του”, ήταν η μόνη κουβέντα του Γλυνού. Μάθημα!.

Επόμενο στιγμιότυπο. Οι μέρες μου στο Κόρθι, ήταν κοντά στις Απόκριες. Ο Πολιτιστικός Σύλλογος του Κορθιού, κάνει ένα από τα καλύτερα Καρναβάλια των Κυκλάδων. Περιμένω το Γιάννη, να πιούμε καφέ και καθυστερεί. Έχει συνάντηση με τα παιδιά του Πολιτιστικού Συλλόγου που διοργανώνουν τις εκδηλώσεις. Χαμογελαστός μου αφηγείται τη συνάντηση. “ Μου ζήτησαν λεφτά (δεν θυμάμαι πόσα) και κάναμε σκληρή διαπραγμάτευση μια ώρα. Τους έδινα τα μισά. Τελικά τους τάδωσα όλα”. Πίνει μια γουλιά από τον καφέ και γυρνάει χαμογελώντας “Ξέρεις κάτι;. Είχα υπολογίσει να τους δώσω περισσότερα στον προϋπολογισμό”.

Τότε γιατί ρε Γιάννη τους έψησες το ψάρι στα χείλη;”. Σοβαρεύει. “Άκου. Η νέα γενιά πρέπει να μάθει να διεκδικεί και να επιχειρηματολογεί. Αν τους τα έδινα από την αρχή, όλα εντάξει. Αλλά τώρα, πρόσεξέ με: Πρώτον Διεκδίκησαν με επιχειρήματα. Δεύτερον έφυγαν νικητές από το Δημαρχείο. “Τον πιέσαμε και τελικά τον πείσαμε το Δήμαρχο” θα λένε. Και τρίτο και σημαντικότερο, τώρα θα σκιστούν να μου αποδείξουν ότι δεν πήγαν τσάμπα τα λεφτά που τους έδωσα”. Άναυδος, εγώ. Μάθημα πολιτικής για μεταπτυχιακό.

Τελευταίο (προσωπικό), στιγμιότυπο από τη Σαντορίνη. Συνέδριο της ΤΕΔΚ, 2005. Ο τότε Δήμαρχος Άγγελος Ρούσσος, παραθέτει εθιμοτυπικό γεύμα. Εγώ πάντα δίπλα στο Γιάννη, αλλά έχοντας το νου μου να πάω στο βιβλιοπωλείο να του πάρω ένα βιβλίο ως δώρο. Κάποια στιγμή γυρνάει προς το μέρος μου: “Βρε Δημητρό, εσένα πότε θα σου κρατήσω το φανάρι;”. Έκπληξη. Μάλλον περιγελαστική και ελαφρώς σόκιν φράση στην καθομιλουμένη. Γελάει και μου εξηγεί: “ Είναι έθιμο για τα προξενιά. Το σόι του γαμπρού, πάει κρατώντας ένα φανάρι στο σπίτι της νύφης. Χτυπάνε την πόρτα και λένε: Το φανάρι, το βλέπετε, εμάς μας βλέπετε, να μπούμε η να φύγουμε;”. Ήθελε να με παντρέψει με άλλα λόγια.

Η ώρα περνάει και το βιβλίο δεν προλαβαίνω να το πάρω. Πικραίνομαι που δεν έχει ένα δώρο από μένα. Εκείνη τη στιγμή θυμάμαι πως στην τσάντα μου, έχω ένα φερεντίνι που μου είχαν δώσει σε μια εκδήλωση (μάλλον της Santo Wines.) Απολογούμαι. “Ξέρεις ήθελα να σου κάνω δώρο αλλά δεν πρόλαβα. Οπότε το μόνο που μπορώ να σου δώσω, είναι αυτό το φερεντίνι” και του εξηγώ πως αυτός ο κυρτός πτυσσόμενος σουγιάς ήταν απαραίτητο εξάρτημα για όλους τους αγρότες της Σαντορίνης και κυρίως χρησίμευε στον τρύγο. Και τότε αυτός ο πανύψηλος και ευθυτενής άντρας βουρκώνει, με αγκαλιάζει και μου λέει “ Καλύτερο δώρο δεν θα μπορούσες να μου κάνεις. Θα το έχω πάντα μαζί μου”. Είχε με τη σύζυγό του καλλιέργειες στην Άνδρο. Αλλά κυρίως, τιμούσε τη γη.