ΣΤΗ ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΠΡΩΗΝ ΔΑΣΚΑΛΑΣ ΗΜΕΡΟΒΙΓΛΙΟΥ ΣΤΥΛΙΑΝΗΣ ΔΕΤΣΗ-ΚΑΣΙΜΑΤΗ

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΟΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΤΗΣ

 

 

 

 “Στις 19 Μαΐου 2017 απεβίωσε η, γεννηθείσα στο Δαμαριώνα Νάξου, δασκάλα Στυλιανή Δέτση-Κασιμάτη σε ηλικία 76 ετών. Η κηδεία της τελέστηκε στον Ιερό Ναό Μαλτέζας στο Ημεροβίγλι Θήρας. Μεταφέρθηκε στην τελευταία της κατοικία στο Νεκροταφείο Αγίου Αθανασίου στο Ημεροβίγλι, συνοδευόμενη από αγαπημένα μέλη της οικογένειάς της και πλήθος Ημεροβιγλιανών και μη.

Γεννήθηκε στις 06 Ιανουαρίου 1941 και ήταν το μεγαλύτερο από τα έξι παιδιά του Σταμάτη Δέτση (Βλαχοσταμάτη) και της Κατίνας Κάτσαρη από το Δαμαριώνα. Η Στέλλα έχασε την αγαπημένη της μαμά, όταν ακόμα φοιτούσε στην τελευταία τάξη του εξατάξιου Γυμνασίου Τραγαίας. Η μεγάλη απώλεια της μαμάς της την ωρίμασε απότομα και ανέλαβε να αναπληρώσει το ρόλο της μητέρας στα μικρότερα αδέλφια της. Ήταν άριστη μαθήτρια και εξαιρετικά φιλομαθής, με στόχο να μπορέσει να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο για ένα καλύτερο μέλλον, καθώς είχε συνειδητοποιήσει από μικρή πόσο σκληρή είναι η αγροτική ζωή, που της στέρησε την αγαπημένη της μανούλα τόσο νωρίς.

Παρά τον αβάσταχτο πόνο από το θάνατο της μαμάς της και τη συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα στην οικογένεια, η Στέλλα καταφέρνει να πετύχει στις εισαγωγικές εξετάσεις το 1959 και να εισέλθει στην Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Παράλληλα με τις σπουδές στην Αθήνα εργαζόταν κάνοντας ιδιαίτερα μαθήματα σε παιδάκια για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στα έξοδα των σπουδών της, καθώς η οικογένεια από την Νάξο ήταν αδύνατο να την στηρίξει οικονομικά. Τα φοιτητικά της χρόνια όμως ήταν τα πιο χαρούμενα, ανέμελα και αξέχαστα χρόνια της ζωής της και όπως συνήθιζε να λέει, όλοι οι νέοι αξίζει να γευτούν και να ζήσουν τη φοιτητική ζωή, γιατί αποκομίζουν πολλά οφέλη. Αποφοίτησε από την Παιδαγωγική Ακαδημία σε τρία χρόνια με βαθμό άριστα.

Αμέσως μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της, εργάστηκε στο ιδιωτικό σχολείο Τζαννή στην Αγία Γλυκερία Πετρούπολης για δύο χρόνια, μέχρι που ήρθε ο διορισμός της στο εξαθέσιο σχολείο στο Εμπορείο Θήρας το 1963. Εκεί πήρε μαζί της και τον μικρότερο και ανήλικο ακόμα αδελφό της Θανάση για να είναι κοντά της και να τελειώσει το Γυμνάσιο στη Σαντορίνη. Ύστερα από δύο χρόνια διδασκαλίας στο Εμπορείο, μεταφέρθηκε στο διθέσιο Δημοτικό Σχολείο του Ημεροβιγλίου Θήρας. Όλοι μιλούσαν για την όμορφη και ψηλόλιγνη δασκάλα με τα ωραία φορέματα και τα όμορφα συνδυασμένα συνολάκια από την Αθήνα.

Ήταν αυστηρή δασκάλα, παλαιών αρχών με επιβλητικό παρουσιαστικό και σοβαρότητα, ενώ κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας της επεδίωκε πειθαρχία και πρέσβευε «το ξύλο βγήκε από τον παράδεισο». Προέκταση του ενός χεριού της ήταν η κιμωλία και του άλλου το σφουγγάρι. Γενική πίστη της ήταν ότι η συνεχής άσκηση, η επίμονη και επαναληπτική διδασκαλία επιφέρουν παντού και πάντοτε άριστα αποτελέσματα. Και συντελούν στο να αποκτήσει ο μαθητής ηθική βούληση. Στους μαθητές της επεδίωκε να μεταλαμπαδεύσει τις αρχές της τιμιότητας, της φιλοπατρίας, της θρησκείας, της φιλανθρωπίας, της φιλευσπλαχνίας, της καλοσύνης και της σύνεσης.

Ενδιαφερόταν για όλους τους μαθητές της, φιλομαθείς και μη και έδινε μεγάλη βαρύτητα στην βασική μόρφωση όλων.

Πρώτα ήθελε σωστούς ανθρώπους και μετά επιστήμονες. Για τα κορίτσια του χωριού όμως που ήταν καλές μαθήτριες και είχαν θέληση για μάθηση, αλλά στην πατριαρχική κοινωνία του Ημεροβιγλίου προτεραιότητα των γονέων ήταν να μάθουν να διαβάζουν και να γράφουν μόνο και έπειτα να τις παντρέψουν μικρές και να ασχοληθούν με το νοικοκυριό, προσπαθούσε να μεταπείσει τους γονείς ότι τέτοια μυαλά είναι κρίμα να μην συνεχίζουν τις σπουδές τους και την μόρφωσή τους καθώς η παντρειά μπορεί να περιμένει λίγο ακόμα. Για τα αγόρια, αν δεν σπουδάζανε, παρότρυνε τους γονείς τους να τα στείλουν να μάθουν μια τέχνη. Αν κάποιος μαθητής της σπούδαζε κιόλας, καμάρωνε τόσο πολύ σαν να ήταν δικό της παιδί και έλεγε «Τούτος ο μορφωμένος/-η ήταν δικός μου μαθητής». «Τι κι αν άλλοι μαθητές μου σπούδασαν κι άλλοι πάλι όχι», έλεγε. «Έχει βρει ο καθένας το δρόμο του. Ένα όμως είναι σίγουρο. Ότι μεγάλωσαν με ήθος, αρχές και σεβασμό». Στο τέλος κάθε σχολικής χρονιάς οργάνωνε γυμναστικές επιδείξεις των μαθητών, ανέβαζε θεατρικά και μετέτρεπε την λήξη του σχολικού έτους σε γιορτή. Συνταξιοδοτήθηκε στο βαθμό της Διευθύντριας, μετά από τριάντα πέντε χρόνια διδασκαλικής εμπειρίας.

Πάντα καλωσόριζε τους πρωτοδιόριστους και νεόφερτους δασκάλους, ανεξαιρέτως φύλου, γιατί έφερνε στη θύμησή της τον εαυτό της, όταν είχαν ανάγκη τους βοηθούσε να τακτοποιηθούν στο νησί και διοργάνωνε χοροεσπερίδες των δασκάλων για να τους υποδεχτούν και να γνωριστούν οι συνάδελφοι μεταξύ τους από όλα τα χωριά της Σαντορίνης. Η Μυρσίνη Μπουλιωπούλου από τη Θεσσαλονίκη, νεότερη συνάδελφος της στην Σαντορίνη αναφέρει: «Ήταν υποστηρικτική μαζί μου και με ανακούφιζε να μιλώ μαζί της. Με αποδεχόταν όπως ήμουν, δεν με κριτίκαρε αρνητικά, της άρεσε να κουβεντιάζουμε και πολύ να βεγγερίζουμε. Είχε αρχές, της εποχής της, πρώτα για τον εαυτό της κι ύστερα για τους άλλους. Ήταν θρήσκος άνθρωπος και πήγαινε συχνά στην Αγία Ειρήνη και προσεύχονταν. Την εκτιμούσα γιατί ήταν αυθεντική γυναίκα μιας άλλης εποχής».

Η Στέλλα παντρεύτηκε από αγάπη (και όχι από προξενιό όπως συνηθιζόταν εκείνα τα χρόνια), τον Ημεροβιγλιανό ναυτικό και μετέπειτα έμπορο και αγρότη Εμμανουήλ Κασιμάτη και έγινε για «δεύτερη» φορά μαμά σε τρία παιδιά: την Αικατερίνη, την Ευαγγελία και τον Αντώνη. Καθώς δεν είχε βοήθεια στο μεγάλωμα των παιδιών της, αναγκαζόταν να τα παίρνει στο σχολείο μαζί της από πολύ μικρή ηλικία. Όταν παντρεύτηκε τον Μανώλη δεν διέθεταν δικό τους σπίτι και εργαζόταν σκληρά, το πρωί στο σχολείο και το απόγευμα στο παντοπωλείο του, ενώ τα καλοκαίρια τον βοηθούσε σε διάφορες αγροτικές εργασίες, καθώς, όπως έλεγε, η επαφή της με την φύση την χαλάρωνε και τις θύμιζε τα παιδικά της χρόνια στο κάμπο του Δαμαριώνα, στερώντας όμως ποιοτικό χρόνο από την ανατροφή των παιδιών της. Αξιώθηκε να γίνει γιαγιά και να αποκτήσει οκτώ εγγονάκια (πέντε κορίτσια και τρία αγόρια). «Του παιδιού μου το παιδί είναι δύο φορές παιδί μου» έλεγε.

Λόγω της ιδιότητας και της θέσεώς της βοήθησε ώστε πολλά Ημεροβιγλιανά αγόρια να κάνουν τη στρατιωτική τους θητεία στην Αεροπορική μονάδα Σαντορίνης, ώστε να υποστούν λιγότερα έξοδα οι οικογένειές τους και εκείνα να βοηθούν αντίστοιχα σε αγροτικές και τουριστικές εργασίες των οικογενειών τους.

Σαν γνήσια Ναξιώτισσα κατείχε το αξιόλογο ταλέντο των Ναξιωτών να συνθέτει στιχάκια (τα λεγόμενα κοτσάκια) για χαρές, μοιρολόγια, κλπ, χάρισμα που δεν μεταφέρθηκε στα παιδιά της, αλλά ευελπιστούσε να το έχουν τα εγγόνια της.

Οργανωτική όπως πάντα κατάφερε πριν φύγει από τη ζωή να τα έχει όλα τακτοποιημένα για τους αγαπημένους της. Για εκείνους, ήταν η κολώνα του σπιτιού, ένας βράχος σταθερότητας στον οποίο έβρισκαν καταφύγιο, για τις μικρές ή μεγάλες ανησυχίες τους. Η ζωή και τα έργα της είχαν σημαντικό αντίκτυπο στην οικογένειά της διδάσκοντάς τους καθημερινά να γίνονται καλύτεροι άνθρωποι, να μην είναι άδικοι απέναντι στους άλλους και στα παιδιά τους και να σέβονται τις επιλογές αυτών, να είναι υπερήφανοι γι’ αυτό που πραγματικά είναι και να μη ξεχωρίζουν τα αγόρια από τα κορίτσια, προκειμένου να έχουν μια αγαπημένη, ευτυχισμένη και ενωμένη για πάντα οικογένεια.

Ο Θεός ας αναπαύσει την ψυχή της μαμάς μου. Από τον πόνο στην κοιλιακή μου χώρα τούτη την ώρα, νιώθω σαν να κόπηκε ο ομφάλιος λώρος σήμερα και όχι την ημέρα της γέννησής μου. Για μένα αφήνεις πίσω σου το πιο ωραίο και σημαντικό: την θέληση για μάθηση που κληρονόμησα από σένα. Ευσεβώς στην αιωνιότητα και καλή αντάμωση εκεί ψηλά.

Ευαγγελία

Για τις εγγονούλες Φωτεινή, Φλώρα Εριέττα και Αριάδνη εις ανάμνηση της γιαγιάς Στέλλας”.