Γράφει: Κατερίνα Γιαννακά
«Πολυεπίπεδη διαχείριση» ως εκλογικό εργαλείο ή πραγματική Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση;
Η συνέντευξη του Γενικού Γραμματέα Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής Φώτη Μάγγου, στην Δημοκρατική της Ρόδου, για τα προβλήματα της νησιωτικότητας έχει ένα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό: αναγνωρίζει σχεδόν όλα τα προβλήματα, που γνωρίζουν καθημερινά οι νησιώτες.
Λειψυδρία. Υποδομές. Μεταφορές. Καθυστερήσεις στο Μεταφορικό Ισοδύναμο. Ανάγκη χρηματοδότησης των Δήμων και των ΔΕΥΑ. Συντονισμός πολιτιστικών και αθλητικών δράσεων.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν τα προβλήματα υπάρχουν.
Το ερώτημα είναι αν εξακολουθούμε να τα διαχειριζόμαστε ένα-ένα ή αν επιτέλους θα αποκτήσουμε πραγματική νησιωτική πολιτική.
Γιατί η νησιωτικότητα έχει πλέον κινδυνεύσει να γίνει μια λέξη, που χρησιμοποιείται πολύ, αλλά σχεδιάζεται λίγο…
Και ακόμη περισσότερο: κινδυνεύει η «πολυεπίπεδη διαχείριση» να χρησιμοποιείται ως υποκατάστατο της Πολυεπίπεδης Διακυβέρνησης.
Η διαφορά δεν είναι φιλολογική.
Είναι πολιτική.
Ο νησιώτης δεν χρειάζεται να τον θυμόμαστε όταν προκύπτει το πρόβλημα
Στη συνέντευξή του ο κ. Μάγγος, περιγράφει μια σειρά παρεμβάσεων για την αντιμετώπιση της λειψυδρίας, από χρηματοδοτήσεις για αφαλατώσεις και λειτουργικά έξοδα μέχρι μελέτες δικτύων και Σχέδια Ασφάλειας Νερού.
Μόνο, που οι εξαγγελίες δεν είναι νησιωτική πολιτική και δεν λειτουργεί με εκλογικά ημερολόγια.
Γιατί αν κάθε καλοκαίρι συζητάμε ξανά για το νερό, κάθε περίοδο ξηρασίας αναζητούμε χρηματοδότηση για αφαλάτωση και κάθε φορά που ένα δίκτυο καταρρέει αναζητούμε πόρους για να το επισκευάσουμε, τότε δεν έχουμε λύσει το πρόβλημα.
Έχουμε διαχειριστεί την κρίση.
Η λειψυδρία δεν είναι πλέον ένα απρόβλεπτο γεγονός, το επισημαίνει ο κύριος Γ.Γ, οι κλιματικές συνθήκες έχουν αλλάξει.
Άρα κύριε Γ.Γ., πρέπει να αλλάξει και ο τρόπος με τον οποίο σχεδιάζουμε.
Κάθε νησί χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο σχέδιο υδατικής ασφάλειας, συνδεδεμένο με τις πραγματικές ανάγκες του: ύδρευση, γεωργία, τουρισμός, πληθυσμιακή μεταβολή, απώλειες δικτύου, επαναχρησιμοποίηση νερού, αφαλάτωση, αποθήκευση και ενεργειακό κόστος.
Και κυρίως χρειάζεται να γνωρίζουμε ποιος αποφασίζει, ποιος χρηματοδοτεί, ποιος υλοποιεί και ποιος λογοδοτεί.
Αυτό είναι διακυβέρνηση.
«Εμείς χρηματοδοτούμε, οι Δήμοι υλοποιούν»
Ίσως η πιο αποκαλυπτική απάντηση της συνέντευξης είναι εκείνη, που αφορά την κατανομή της ευθύνης.
Η υδροδότηση, λέει ο Γενικός Γραμματέας, αφορά τους Δήμους και τις ΔΕΥΑ. Η Γενική Γραμματεία χρηματοδοτεί, ενώ η υλοποίηση είναι υπόθεση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Παράλληλα, αναγνωρίζει ότι η κατάσταση έκτακτης ανάγκης δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμο μοντέλο διοίκησης.
Αλλά τότε ακριβώς αρχίζει η πραγματική συζήτηση.
Η αποκέντρωση δεν μπορεί να σημαίνει μόνο μεταφορά ευθύνης.
Όταν μεταφέρεις αρμοδιότητα, πρέπει να μεταφέρεις μαζί:
• τους αναγκαίους πόρους,
• το εξειδικευμένο προσωπικό,
• την τεχνική υποστήριξη,
• τα απαραίτητα ψηφιακά εργαλεία,
• την πρόσβαση στα δεδομένα,
• και σαφείς δείκτες για το αποτέλεσμα.
Διαφορετικά, ο Δήμος γίνεται ο τελευταίος κρίκος μιας αλυσίδας στην οποία δεν έχει σχεδιάσει τίποτα και τελικά καλείται να απολογηθεί για όλα.
Αυτό δεν είναι ουσιαστική αποκέντρωση.
Είναι μεταφορά ευθύνης προς τα κάτω.
Η Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση δεν είναι «όλοι κάνουν κάτι»
Εδώ βρίσκεται, κατά τη γνώμη μου, η μεγάλη παρεξήγηση.
Πολυεπίπεδη πολιτική δεν σημαίνει ότι το Υπουργείο χρηματοδοτεί, η Περιφέρεια συντονίζει, ο Δήμος υλοποιεί και ο πολίτης περιμένει.
Αυτό είναι απλώς μια διοικητική αλυσίδα.
Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση σημαίνει συνδιαμόρφωση πολιτικής.
Το κεντρικό κράτος πρέπει να θέτει το εθνικό πλαίσιο, τους στόχους και τις προδιαγραφές και να εξασφαλίζει τους πόρους.
Η Περιφέρεια πρέπει να σχεδιάζει και να συντονίζει όσα ξεπερνούν τα όρια ενός Δήμου.
Οι Δήμοι πρέπει να έχουν ουσιαστική αρμοδιότητα και δυνατότητα σχεδιασμού.
Τα νησιά πρέπει να μπορούν να συνεργάζονται μεταξύ τους όταν ένα έργο ή μια υπηρεσία δεν μπορεί να υποστηριχθεί αποτελεσματικά από έναν μόνο Δήμο.
Και η τοπική κοινωνία δεν μπορεί να είναι απλώς ο αποδέκτης των αποφάσεων.
Πρέπει να συμμετέχει.
Με θεσμούς διαβούλευσης, με πρόσβαση στα δεδομένα, με ψηφιακά εργαλεία συμμετοχής και κυρίως με δυνατότητα ελέγχου της πορείας των αποφάσεων.
Αυτό είναι Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση.
Τα νησιά δεν χρειάζεται να είναι μόνα τους
Υπάρχει όμως και ένα ακόμη επίπεδο που απουσιάζει από τη συζήτηση για τη νησιωτική πολιτική: η διανησιωτική συνεργασία.
Η Ελλάδα δεν αποτελείται από μεμονωμένα νησιά που το καθένα πρέπει να λύσει μόνο του όλα τα προβλήματά του.
Υπάρχουν νησιά μεγαλύτερα και μικρότερα. Νησιά με υποδομές και νησιά χωρίς επαρκείς υποδομές. Νησιά με νοσοκομείο ή κέντρο υγείας και άλλα που εξαρτώνται από τη μετακίνηση. Νησιά με παραγωγικές δυνατότητες και άλλα που χρειάζονται εφοδιασμό. Νησιά με δυνατότητα ενεργειακής παραγωγής και άλλα που μπορούν να αξιοποιήσουν αυτή την ενέργεια.
Αυτή η διαφορετικότητα δεν είναι μόνο πρόβλημα.
Μπορεί να γίνει πλεονέκτημα, εάν οργανωθεί ως δίκτυο.
Χρειαζόμαστε ένα μοντέλο διανησιωτικών συμπλεγμάτων — clustering — όπου γειτονικά ή λειτουργικά συνδεδεμένα νησιά θα μπορούν να σχεδιάζουν από κοινού υπηρεσίες και υποδομές.
Ώστε κάθε νησί να μπορεί να έχει πρόσβαση σε όλα όσα χρειάζεται.
Ένα νησιωτικό σύμπλεγμα θα μπορούσε, για παράδειγμα, να διαθέτει κοινό σχεδιασμό για το νερό, κοινές τεχνικές υπηρεσίες, κοινές προμήθειες, κοινό μηχανισμό πολιτικής προστασίας, κοινό ψηφιακό κέντρο υπηρεσιών ή κοινό σχεδιασμό μεταφορών.
Στον ενεργειακό τομέα, η συνεργασία θα μπορούσε να συνδέει την παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές, την αποθήκευση και τις ανάγκες αφαλάτωσης.
Στις μεταφορές, ένα μεγαλύτερο νησί θα μπορούσε να λειτουργεί ως κόμβος για μια ομάδα μικρότερων νησιών.
Στην υγεία, στην εκπαίδευση και στον πολιτισμό μπορούν να δημιουργηθούν αντίστοιχα δίκτυα υπηρεσιών και συνεργασιών.
Αυτό δεν σημαίνει ότι καταργούμε τους Δήμους ή την αυτονομία των νησιών.
Σημαίνει ακριβώς το αντίθετο:
δίνουμε στους μικρούς τόπους τη δυνατότητα να αποκτήσουν πρόσβαση σε υποδομές και υπηρεσίες που μόνοι τους δεν μπορούν να υποστηρίξουν.
Το clustering, επομένως, δεν είναι απλώς μια αναπτυξιακή τεχνική.
Είναι εργαλείο αποκέντρωσης.
Είναι εργαλείο εξοικονόμησης πόρων.
Είναι εργαλείο ανθεκτικότητας.
Και κυρίως είναι εργαλείο πραγματικής Πολυεπίπεδης Διακυβέρνησης.
Γιατί τότε το ερώτημα δεν θα είναι ποιος Δήμος θα πάρει πρώτος τη χρηματοδότηση.
Το ερώτημα θα είναι:
ποια ανάγκη πρέπει να αντιμετωπίσουμε από κοινού και ποιος είναι ο αποτελεσματικότερος τρόπος να το κάνουμε;
Αυτό είναι μια εντελώς διαφορετική αντίληψη για τη νησιωτική πολιτική.
Δεν βλέπει τα νησιά ως μικρές, απομονωμένες διοικητικές μονάδες που περιμένουν κάθε τόσο μια χρηματοδότηση.
Τα βλέπει ως δίκτυο τόπων που μπορούν να δημιουργήσουν μεταξύ τους οικονομίες κλίμακας, αλληλοσυμπληρώσεις και κοινές υποδομές.
Και ίσως αυτή να είναι η μεγάλη αλλαγή, που χρειάζεται η ελληνική νησιωτική πολιτική:
από τον ανταγωνισμό για μια χρηματοδότηση στη συνεργασία για ένα κοινό αποτέλεσμα.
Από τον χάρτη των προβλημάτων στον χάρτη των συνεργειών.
Το Μεταφορικό Ισοδύναμο δεν είναι απλώς μια επιστροφή χρημάτων
Η συζήτηση για το Μεταφορικό Ισοδύναμο είναι χαρακτηριστική.
Η συνέντευξη αναφέρεται στις καθυστερήσεις, στις διασταυρώσεις στοιχείων και στις περιπτώσεις όπου, σύμφωνα με τον Γενικό Γραμματέα, εντοπίστηκαν αιτήματα, που οδήγησαν σε αναζήτηση αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών. Αναφέρεται επίσης σε περίπου 804 ΑΦΜ και σε περίπου 80 υποθέσεις που παραπέμφθηκαν στη Δικαιοσύνη.
Ο έλεγχος του δημόσιου χρήματος είναι αυτονόητος.
Όπως αυτονόητο είναι και το δικαίωμα του συνεπούς πολίτη και επαγγελματία να λαμβάνει έγκαιρα αυτό που δικαιούται.
Δεν υπάρχει δίλημμα ανάμεσα στον έλεγχο και στην ταχύτητα.
Η σωστή ψηφιακή διακυβέρνηση πρέπει να προσφέρει και τα δύο.
Οι διασταυρώσεις πρέπει να γίνονται αυτοματοποιημένα, εκεί όπου τα δεδομένα υπάρχουν ήδη στο Δημόσιο. Οι διαδικασίες πρέπει να είναι διαφανείς και ο συνεπής δικαιούχος δεν μπορεί να πληρώνει το κόστος των αδυναμιών του συστήματος.
Αλλά υπάρχει και κάτι ακόμη πιο σημαντικό.
Το Μεταφορικό Ισοδύναμο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται μόνο ως μηχανισμός επιστροφής χρημάτων.
Είναι εργαλείο νησιωτικής πολιτικής.
Ο πραγματικός στόχος δεν είναι απλώς να γίνει φθηνότερο ένα εισιτήριο.
Είναι να γίνει πραγματικά προσβάσιμο το νησί.
Να μπορεί ο κάτοικος να μετακινηθεί τον χειμώνα.
Να μπορεί ένα προϊόν να φύγει από το μικρό νησί και να φτάσει στην αγορά.
Να υπάρχει πρόσβαση σε υγεία, εκπαίδευση και δημόσιες υπηρεσίες.
Να μη μετατρέπεται η απόσταση από την ηπειρωτική Ελλάδα σε οικονομικό και κοινωνικό αποκλεισμό.
Επομένως χρειαζόμαστε συνολική πολιτική μεταφορών για κάθε νησιωτική περιοχή και όχι μόνο έναν μηχανισμό επιδότησης.
Και ο πολιτισμός;
Στη συνέντευξη γίνεται αναφορά στις πολιτιστικές και αθλητικές διοργανώσεις ως εργαλεία εξωστρέφειας και συνοχής.
Σωστά.
Αλλά και εδώ υπάρχει ο κίνδυνος να μπερδέψουμε τη διοργάνωση με την πολιτική.
Ένα φεστιβάλ, ένας αγώνας ή μια πολιτιστική εβδομάδα μπορούν να δώσουν ζωή σε έναν τόπο.
Δεν αποτελούν όμως από μόνοι τους πολιτιστική πολιτική.
Η νησιωτική πολιτιστική πολιτική πρέπει να συνδέει σχολεία, πολιτιστικούς φορείς, δημιουργούς, Δήμους, Περιφέρειες και τοπική οικονομία.
Να δημιουργεί δίκτυα μεταξύ νησιών.
Να διασώζει και να αναδεικνύει την άυλη πολιτιστική κληρονομιά.
Να δίνει χώρο στους ανθρώπους που παράγουν πολιτισμό στα νησιά.
Και να αντιμετωπίζει τον πολιτισμό όχι ως «εκδήλωση», αλλά ως στοιχείο ταυτότητας, κοινωνικής συνοχής, εκπαίδευσης και ανάπτυξης.
Από το «πρόβλημα» στο «σύστημα»
Ο απαξιωμένος νησιώτης δεν χρειάζεται άλλη μία εξαγγελία.
Δεν χρειάζεται άλλη μία έκτακτη χρηματοδότηση κάθε φορά, που το πρόβλημα φτάνει στο όριο.
Δεν χρειάζεται να ακούει κάθε χρόνο ότι «φέτος αντιμετωπίσαμε τη λειψυδρία».
Δεν χρειάζεται να περιμένει χρόνια για μια ενίσχυση που δικαιούται.
Και δεν χρειάζεται να θυμόμαστε τη νησιωτικότητα μόνο όταν το Αιγαίο βρίσκεται στην επικαιρότητα.
Χρειάζεται σταθερό σύστημα νησιωτικής διακυβέρνησης.
Ένα σύστημα στο οποίο:
το κράτος σχεδιάζει μαζί με την Αυτοδιοίκηση, η Αυτοδιοίκηση αποφασίζει μαζί με την κοινωνία, τα νησιά συνεργάζονται μεταξύ τους, οι πόροι ακολουθούν τις αρμοδιότητες, τα δεδομένα είναι διαθέσιμα, οι στόχοι είναι μετρήσιμοι και όλοι λογοδοτούν για το αποτέλεσμα.
Αυτό δεν είναι πολυεπίπεδη διαχείριση.
Είναι Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση.
Και αυτή είναι η μεγάλη διαφορά.
Ο νησιώτης δεν πρέπει να είναι εκλογικό κοινό
Η νησιωτικότητα δεν μπορεί να είναι ένα ακόμη εκλογικό εργαλείο.
Δεν μπορεί ο νησιώτης να γίνεται επίκεντρο του ενδιαφέροντος όταν πρέπει να ανακοινωθεί ένα έργο, μια χρηματοδότηση ή μια παροχή και στη συνέχεια να επιστρέφει στην καθημερινότητα της απομόνωσης, της ακρίβειας, της υποστελέχωσης και της αβεβαιότητας.
Αν θέλουμε πραγματικά να μιλήσουμε για νησιωτική πολιτική, πρέπει να κάνουμε κάτι πολύ πιο δύσκολο από το να διαχειριζόμαστε τα προβλήματα.
Πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο κυβερνάμε τα νησιά.
Να περάσουμε από την αποσπασματική παρέμβαση στον ενιαίο σχεδιασμό.
Από την έκτακτη χρηματοδότηση στη μόνιμη υποδομή.
Από τη μεταφορά ευθύνης στην πραγματική αποκέντρωση.
Από την ενημέρωση του πολίτη στη συμμετοχή του.
Και από την «πολυεπίπεδη διαχείριση» στην Πολυεπίπεδη Διακυβέρνηση.
Γιατί ο νησιώτης δεν ζητά προνόμια.
Ζητά να είναι ισότιμος πολίτης της χώρας του.
Και αυτό δεν είναι εκλογική υπόσχεση.
Είναι δημοκρατική υποχρέωση”.
