ΚΑΝΤΗΛΕΣ ΚΑΙ… ΠΡΙΓΚΗΠΙΣΣΕΣ…

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΚΟΥΒΑΛΗ

  “Εβγαλα γοργάδα” σήμερα,πρωί-πρωί κατά τις έξι ,άρπαξα ένα ξυνιάρι και βάλθηκα να σκάψω και να καθαρίσω κάτι μικροπαρτέρια από τα ξερόχορτα… Άρχισα λοιπόν, ορεξάτα με τη δροσούλα να “το παλεύω” με τη Φωτεινή από δίπλα μου να με πειράζει:

 

 

– “Τι κάνεις βρέ”,μου είπε, “Σκάβς?”.

 

 

 

Γέλασα,ήπια λίγο espresso (σσ.καφές, που έπινα μικρός στο χωριό) και ξεκίνησα. Το πήγα καλά το θέμα και σε κανένα εικοσάλεπτο “καθάρισα”… Δεν είχα μαθές και τίποτε στρέμματα να καλλιεργήσω!!!

 

 

 

Τελικά το έργο περατώθηκε,  “εμπροθέσμως και προσηκόντως”  το χωματάκι φρεσκαρίστηκε, τα ξερόχορτα, πετάχτηκαν, έλα μου όμως, που  “σκάσανε μύτη”  οι Καντήλες! (Για τους μή γνωρίζοντες καλά Ελληνικά, καντήλες λέμε στα Βέρβενα τις φουσκάλες στα χέρια, από τον γκασμά…) Σπάσανε κι αυτές οι ρημάδες και νά το τσούξιμο.. .Όπως ήταν φυσικό, οι καντήλες “κατεβάσανε” και ουκ ολίγα Καντήλια, αλλά τι να κάνω? Την έπαθα! .

 

 

 

Σεβάστηκα πάντως τους Αγίους και δεν ασχολήθηκα μαζί τους. Αμέσως μετά την ένταση του θυμικού μου, άρχισα την “ανάλυση” του ζητήματος! Κατέληξα πάντως και “τάβαλα” με τα χέρια μου. Είναι βλέπετε χέρια γραμματιζούμενου…Μαλθακά, ευεπηρέαστα, χέρια κονδυλοφόρου και δακτυλογράφου. Και άσπρα-άσπρα, βεβαίως- βεβαίως! Χέρια, που τάχω κάνει “φλώρους”στα χειρονακτικά. Χέρια που είναι για γράψιμο, άντε και για καμμιά “γλυκειά θωπεία” σε μάγουλα του ασθενούς φύλου( λέμε τώρα, άμα τύχει!).

 

 

 

” Στο καπάκι” να οι θύμησες και οι συνειρμοί! Κατέβαινε η μακαρίτισσα η μάνα μου, η Δημήτρω, στο σοκάκι μας με τα πολλά λουλούδια, .να πάει στο σπίτι και συναντάει τον δάσκαλο το Γιάννη τον Γιαννάκαρη, επίσης μακαρίτη.. Ο καλός αυτός γείτονας λοιπόν, κρατούσε, ένα πριόνι και έκοβε τα κλαδιά μιας συκιάς, που εξείχαν από την αυλή του στο σοκάκι…

 

 

 

-Γειά σου ρε Γιάννη, τι πολεμάς εδώ?

-Έδώ ρε Δημήτρω, κόβω τούτα τα παληόκλαρα, μη σας βγάλουν κανένα μάτι με το που περνάτε…”.

-”Τί άλλα”, ρωτάει η κυρά Δημήτρω, “τί κάνει η οικογένεια?”.

-”Όλα καλά ρε Δημήτρω” απαντάει ο δάσκαλος, “αλλά δε βλέπεις τα χέρια μου? Με δυό πριονιές,γέμισαν καντήλες!”.

 

 

 

Κοίταξε η μάνα μου τα χέρια του γραμματιζούμενου γείτονα και εκστόμισε με γέλιο την διαπίστωση της αιτίας του προβλήματος και με ολίγη καλόπιστη πειραγματική ειρωνεία:του είπε:

-”Ε βέβαια Γιάννη, “έπιασε η πριγκήπισσα του γαιδουριού τα αρχ@@δια” , και κατηφόρισε προς το σπίτι.

 

 

 

Ξεκαρδίστηκε ο μακαρίτης ο δάσκαλος, κατέγραψε το περιστατικό και μας τόλεγε και το ξανάλεγε…. Μετά από τη θύμιση αυτή, κοίταξα λυπημένα τα καντηλιασμένα χέρια μου, έριξα μια ματιά στον γκασμά και κοιτάζοντας στην γειτονιά, διαπίστωσα και σας το λέω κατηγορηματικά, ότι δεν υπήρχε κανένας γάιδαρος εκεί γύρω!.

 

 

 

Όχι για τίποτε άλλο, αλλά για να μην παρεξηγηθούμε…