ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΛΥΝΟΣ: ΕΝΑΣ ΑΓΑΠΗΜΕΝΟΣ ΦΙΛΟΣ, ΕΝΑΣ ΥΠΕΡΟΧΟΣ ΔΗΜΑΡΧΟΣ

ΠΡΟΩΡΑ ΤΑΞΙΔΕΨΕ ΚΙ ΑΥΤΟΣ.

  Κάτι παράξενο και μοχθηρό, στριφογυρίζει στο χώρο της ανάσας μου αυτό το διάστημα. Ένας μετά τον άλλον, φεύγουν αγαπημένοι άνθρωποι. Αυτή τη φορά, ο μέντορας μου στα της Αυτοδιοίκησης, πολυαγαπημένος φίλος και τακτικός συνομιλητής στις εκπομπές μου Γιάννης Γλυνός. Επειδή αν αφεθώ να γράψω, θα πω τόσα, που θα μου κόψουν την ανάσα, περιορίζομαι σε λίγα περιστατικά.

Τον γνώρισα από κοντά μαζί με τον Νίκο Θεολόγου που έφυγε πρόωρα κι αυτός, στο πλοίο προς την Ικαρία. “Αααα, εσύ είσαι ο Πράσσος, σε διαβάζω” μου είπε. Αυτό το “σε διαβάζω” ήταν σπάνιο εύσημο από έναν άνθρωπο όπως ο Γιάννης. Μετά από 10 λεπτά, σταμάτησα να είμαι ο Πράσσος κι έγινα ο Δημητρός (ο μόνος που του επέτρεπα να με λέει έτσι).

Με την ακόρεστη περιέργειά μου εγώ, με τις ανεξάντλητες γνώσεις του αυτός, δεν χωριστήκαμε λεπτό τις μέρες του συνεδρίου. Μετά κάθε βδομάδα στο ραδιόφωνο συνέντευξη. “Μα βρε Δημητρό, είσαι σίγουρος πως ενδιαφέρεται ο κόσμος γι αυτά που λέμε, γιατί κάνεις πολύ εξειδικευμένες ερωτήσεις”, μου έλεγε. “Αν έβαζες για Δήμαρχος στη Σαντορίνη θα έβγαινες σίγουρα” του έλεγα. Και όντως, πολλοί με συναντούσαν και μου έλεγαν: “Ποιός είναι αυτός ο Γλυνός. Πολύ σπουδαίος!”.

Ποιος ήταν;. Μαθηματικός. Γεννημένος το 1955. Από το 1986 στα κοινά. Δήμαρχος Κορθίου με 100% γιατί δεν υπήρχε αντίπαλος μετά την πρώτη του θητεία. Μετά Δήμαρχος του νεοσύστατου Δήμου Άνδρου. Και ύστερα, περήφανος κι ενωτικός, έκανε πίσω για να μπουν άλλοι μπροστά. Αν έβαζε θα ξαναέβγαινε. “Βρε Δημητρό, ένα λάθος κάναμε”, έλεγε. “μας έτρωγε η καθημερινότητα και δεν προλάβαμε να ετοιμάσουμε τη νέα γενιά”.

Κάποια στιγμή επισκέπτομαι την Άνδρο. Για τη διαμονή;. Ούτε λόγος. Στο ξενοδοχείο του Νίκου Θεολόγου στη Χώρα και από το λιμάνι να με περιμένει αυτοκίνητο, για το Κόρθι. Πάλι δε χωρίσαμε λεπτό. Με ξενάγησε παντού. Μα παντού!. Ο ίδιος. Στιγμιότυπο-μάθημα για τους Αυτοδιοικητικούς. Το έχω αφηγηθεί δεκάδες φορές. Πίνουμε καφέ κι έρχεται κι ένας Αντιδήμαρχος του, με φόρμα εργάτη (σημειώστε το).

Τελειώνει ο καφές και βγαίνουμε στο δρόμο. Ένας Δημότης εμφανώς φορτισμένος έρχεται προς το μέρος μας. Σταματά. “Καλημέρα κύριε Δήμαρχε”, λέει με σεβασμό. Στρέφεται στον Αντιδήμαρχο και του αρχίζει ένα θυμωμένο ψαλτήρι για κάποιο εργάκι που δεν έγινε στην περιοχή του.

Ο Γιάννης, με πιάνει από τον αγκώνα και προχωράμε. Άναυδος εγώ. “Μα βρε Γιάννη, για έργο του Δήμου μιλάει ο άνθρωπος!. Εσένα σου μίλησε με σεβασμό και τον Αντιδήμαρχό σου τον έψαλλε κανονικά”, του λέω. “Γι αυτό είναι Αντιδήμαρχος. Εγώ τον αφήνω ελεύθερο να κάνει ότι θέλει. Αν δεν το κάνει- του το έχω ξεκαθαρίσει πως μόνο στο τέλος θα παρέμβω εγώ”. Συνεχίζω να απορώ. “Και ο κόσμος;. Το έχει καταλάβει;.”. Χαμογέλασε. “Δεν το είδες;. Οι δημότες έρχονται σε μένα μόνο στην έσχατη περίπτωση. Η Διοίκηση, δεν είναι μόνο τιμή, είναι και ευθύνη. Αν έμπαινα σε κάθε μικρό εργάκι στη μέση και στελέχη δεν θα είχα και ο κόσμος, δεν θα είχε Δήμαρχο. Μην ανησυχείς, το έχω λύσει το πρόβλημα από πριν. Αλλά πρέπει και οι συνεργάτες μου να “ψηθούν”.

Επειδή αύριο θα γράψω κι άλλα στιγμιότυπα από αυτόν τον σπάνιο, υπέροχο και οξυδερκή άνθρωπο, τελειώνω με αυτό. Έρχεται η ώρα να φάμε. Περίμενα ένα γεύμα σε κάποια περίοπτη ταβέρνα της περιοχής-δημοσιογράφος της μεγαλύτερης εφημερίδας των Κυκλάδων γαρ- και με πάει στο σπίτι του (αυτό το λες και δακρύζεις). Στο σπίτι του!. Όπου η γλυκύτατη και πολύ μορφωμένη συζυγός του, μας έχει ετοιμάσει φαγητό. Ούτε ρεβεράντζες σε ταβέρνες με ψάρια και αστακούς ούτε τίποτα. Ξέρεις τι είναι να σε βάζει κάποιος στο σπίτι του;. Η μεγαλύτερη από όλες τις τιμές!.

Η συνέχεια, αύριο.