ΕΙΝΑΙ ΟΜΟΡΦΙΑ ΚΑΙ ΕΥΛΟΓΙΑ ΝΑ ΛΕΣ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ

ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΣΑΚΙ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΑΡΖΕΝΤΑ

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΡΖΕΝΤΑΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΠΥΡΓΟΥ-ΚΑΛΛΙΣΤΗΣ

“Ήταν η επιθυμία μου, ήταν ο πόθος μου, η έγνοια μου και ο καημός μου να ομορφοχρωματίσω γραφικά τση μυρωδιές…, τση ευχές…, τση προσευχές… και τις ευωδιαστές μυρωδιές από τις κουζίνες που με περιτριγύριζαν – κάθε μέρα…, κάθε στιγμή…, σε κάθε άγαρμπη – άπραη εμπλιά μου…, σε κάθε καταχνιά και παρασκιά που ήφεγκε αναψοκοκκινισμένη με κούτσουρα και κληματόκλαδα…, κάθε απομεσήμερο… με την μανέστρα αχνιστή να ζεσταίνει το τραπέζι μας και τα μοναδικά σκορδομακάρονα… Ήταν μυρωδιές…, γεύσεις λαχταριστές…, ακριβοθώρητες… με αυθεντικές πολύχρωμες ανταύγειες.

Είναι ομορφιά και ευλογία να λες αλήθεια…, είναι ομορφιά και δώρο Θεού να ακούς και να αφουγκράζεσαι αλήθειες από αληθινούς και ξάστερους ανθρώπους… Είναι ευλογία θεϊκή…, μοναδική να εύχεσαι να είναι όλοι υγιείς…, να παρακαλάς και να προσεύχεσαι εγκάρδια για όλους και για όλα… Είναι ευχή και ευλογία να ακουμπάς ξεθωριασμένα, πονεμένα, θολερά, αποκαμωμένα από την καταχνιά, τη βροχή και τη βροντή…, ανθρώπινα απάγκια και να αφουγκράζεσαι αληθινές…, μοναδικές ιστοριούλες από καθάριες και αμόλυντες υπάρξεις, με μυρωδάτες σταράτες αντιλήψεις για τη ζωή και τα αποδέλοιπα μοναδικά καλούδια της… Όλα τούτα που γραφολοώ, αλήθεια με αλαφρώνουν…, με ορθώνουν… με προκαλούν να φτερουγίσω ανάλαφρα… με εξιτάρουν θετικά…, καθάρια…, αλμυρά… Με νεάζουν…, με μοστράρουν παστρικά…, μου ξαστερώνουν…, λαμπυρίζουν τα μικρογάλανα ματάκια μου…, αγαλλιάζουν το γιοματάρι της ψυχής μου…, δροσίζουν την ξεραμένη μου αυλή και λογική από τα ξερόχορτα, τση άγριες τσουκνίδες και τα απρόβλεπτα παμπόνηρα τριβόλια, που υπήρχαν πολλά και που συνεχίζουν και σήμερα…, πολύ βλαβερά και απρόβλεπτα…, κάποια μισό χωμένα και άλλα φανερά…, με πολύ δηλητήριο…! Αχ…! Από αυτές τση πρασινοπαγίδες τι πάθανε…, πόσο πόνεσαν οι ζωντανές σόλες τση ξυπολυσιάς μας και της τότε φτώχειας μας…! Αλλά και σήμερα, όταν οι ψυχές και οι χώροι είναι αχαρτογράφητοι…

Αγαπημένοι μου, εάν όλα τούτα τα ποδέματα τση τότε εποχής, δεν τα ζήσατε, δεν τα γευτήκατε και δεν τα νοιώσατε τότε τρώγοντας την κρίθινη κουλούρα, το λαρδί, το σύγκλινο λουκάνικο, τον καβουρμά, την Τσι λαδιά, το χλωρό τση αίγας και τα παστά βαρκανοκότσυφα, πίνοντας και αγλίζοντας νερό από την στέρνα με την σίγλα… Αναλογίζομαι πολλά και αναφωνώ στεντόρεια…, κραυγάζω επιμένοντας δυνατά ότι δεν με καταλαβαίνετε και δεν μπορείτε να αρμενίσετε παρέα, νηστικοί από γνώσεις, κωπηλατώντας νοερά στην ξεγνοιασιά, στην ζεστασιά τση τότε εποχής μου και στην ασυδοσία της σημερινής ηλιόλουστης ανθρώπινης αυλής…

Απλά σας τα γραφολέω και σας νηματώνω να τα μάθετε…, να ρωτήσετε…, να διαβάσετε…, να απαιτήσετε…, να διεκδικήσετε…, να συμβουλευτείτε… και να δισακιάσετε.. ότι μπορείτε στον ντουρά σας και να αναλογιστείτε πως είμαστε…, πως ζήσαμε…, πως τραφήκαμε…, πως διοικηθήκαμε… από τους τότε διοικούντες… πώς και γιατί ξενιτευτήκαμε… μόνο και μόνο για να χορτάσουμε λιγάκι κρεατάκι και κανένα διφραγκάκι με λίγο γιαουρτάκι δίπλα και κανένα μπιφτεκάκι…, αποφεύγοντας το φαραόσυκο και το Αθήρι… τρώγοντας καμαρωτά μπανάνα και αφράτο μήλο κανελάτο τότε… ξεχασιάρηδες…, αγαπησιάρηδες μικροί καμαρωτοί μου συνομήλικοι…

Μας ήλεαν λοιπόν, οι κατέχοντες λουσάτοι, κουδουνάτοι λόρδοι, λιγουλάκι σαν το γιαουρτάκι ψεματάκι την τότε εποχή… και τους πιστεύαμε… και τους ψηφίζαμε… και τους χτενίζαμε… και τους ξανήαμε με τα κατακόκκινα ματάκια μας από την απλυσιά… Και τους τρατάραμε δίνοντας τους το καλύτερο μερτικό από τα αυγουλάκια μας…, τα κοκοράκια μας…, τα κατσικάκια μας…, τους βαρκανάδες και τα κοτσυφάκια μας… και εμείς την γραία κότα βράζαμε για λίγο κρεατάκι και απειροελάχιστο ζουμάκι… Αρμέοντας τση αίγες μας, τους τρατάραμε με λίγο γαλατάκι και κανα χλωρουδάκι… και τους παστρεύανε…, και τους ζευγαρίζανε…, τους λακίζανε…, και τους κοπρίζανε τση αλιτάνες για τση μελιτζάνες και τση πιπεριές… και τους θειαφίζανε… και τους φιλούσαμε και ονειρευόμασταν… και τους ξεστριφαλιάζαμε τση αμπελιές με το φερεντινάκι… και τους θωρούσαμε σαν εικονίσματα… και γαντζωνόμασταν και στηριζόμασταν…

ΠΡΟΣΔΟΚΩΝΤΑΣ… και περιμέναμε με αγωνία το διφρακάκι τους…, το λουκουμάκι τους… και λιάκι τσικουδιά οι παλαιότεροι, ένα χαδάκι με το χεράκι τους το μοσχοπλυμένο (γιατί αυτοί είχαν μοσχοσάπουνο…!), ένα κοντό σουρλί εμείς και μια πουκαμισά γυαλιστερή οι γέροντες μαζί με μια χνουδάτη τροφαντή τραγιάσκα και απαραιτήτως λίγη μπριγιαντίνη για τση Κυριακής το εκκλησίασμα… «Γιάντα βρε Γιώργη μου πάλι τα ξεφουρνίζεις και μου θυμίζεις τση νότες της τότε εποχής…» μου κλαψουρίζει ο παππούς… το τωρινό…, γλυκό μου βασανάκι… «Βρε με πονάς που τα σμπαράρεις όλα αυτά…, αλλά μου αρέσει, γιατί παιδί μου, το μόνο που άλλαξε είναι η περπατησιά…, το ψηλό τακούνι και το φεγγαρωτό διάφανο της πρύμνης… Εξάλειψε ο γάιδαρος, η τραγιάσκα και ο λύχνος… Μα το κυριότερο…, χειρότερο και απεχθές όλων… αποελληνιστήκαμε… Χάσαμε την αυθεντικότητά μας.. Χάσαμε την αλήθεια μας…»

Αμφιβάλετε…; Ένα αεροπορικό ταξίδι κάντε, εντός χωρικών υδάτων και εάν βρείτε μια λέξη ελληνική πουθενά να με στολίσετε με αμπελόφυλλα και καρδαμίνες… και να με ράνετε με σταφιδούλες και χαμόμηλο… Εάν δεν με καταλαβαίνετε…, δεν δύναμαι περαιτέρω «ο εγώ» τρεζοκόμος να συνεχίσω άλλες πολυκαιρισμένες πίκρες… Απλά ένα ταξιδάκι με καπίστρι, τραγιάσκα και μπόλικα φλουριά για σιγουριά…! ΝΑΙ ΜΕΝ…, ΑΛΛΑ…! Λέω και γράφω και πράμα δεν κάνω ο πικροχολίδης…, σοφικιστέ πολυξερίδης… Εάν λανθάνω, ρωτήστε τις προσωποιημένες πολύχρωμες ξενικές τροφαντές πινακίδες με τα κατακόκκινα φορέματα… Με ακούσατε; ΕΑΝ ΝΑΙ.. welcοme…!”.