ΑΝΤΙΟ ΡΕ ΓΙΩΡΓΟ

ΜΑΣ ΛΕΙΠΕΙΣ ΗΔΗ

Του Αγίου Αβερκίου. Και θέλω να θυμηθώ ξανα δύο άρχοντες. Συμπαθάτε με. Ένας ολόκληρος μήνας με απώλειες. Χτες δεν πήγα στα 40 της Φωτεινής γιατί δεν άντεχα να το ξαναζήσω. Ούτε στα σαράντα της μάνας-Κυρα Ευαγγελία. Αλλά δεν κόντυνε η μνήμη μου ακόμα. Ούτε η ευγνωμοσύνη που γνώρισα τέτοιους ανθρώπους. Γιώργος και κυρ-Δημήτρης σήμερα.

 

 

 

 

Ο Γρηγόρης Μαντούσης που πρωτο- κοινοποίησε το νέο, τα είπε όλα σε λίγες λέξεις: “Μάγκας, άντρας παλαιάς κοπής”. Αλλά, μερικές λέξεις νιώθω πως πρέπει να ειπωθούν ακόμα. Από μένα. Για όσους ίσως νομίσουν, πως μάγκας είναι ο νταής με το τζογέ παντελόνι, τις επιτηδευμένες χειρονομίες και το τάχαμου άγριο ύφος. Όχι. Ο μάγκας που τον λέγαν Γιώργο, είχε ένα γενναιόδωρο χαμόγελο και μια ανοιχτή καρδιά. Φίλος και σύντροφος σε όποιον το χρειαζόταν. Δουλευτής και απλόχερος. Κεφάτος και βαθυστόχαστος, μαζί.

Ούτε τη χαρά σε φίλους, ούτε τις νότες στο τζουρά του, ούτε την ανοιχτόχερη συντροφιά του, ούτε τα καρδιακά γλέντια του, τσιγκουνεύτηκε. Μισόκλεινε τα μάτια και τραγούδαγε: “Εσύ νόμιζες πώς έχεις, τίποτα κορτάκηδες. Ούτε πιτσιρίκια έχεις, μήτε και πρεζάκηδες”. Εκεί στου κυρ-Δημήτρη την κάναβα, που τον συνάνταγα κάθε Αγίου Αβερκίου. Θάναι τώρα με τον κυρ-Δημήτρη στον ουρανό και θα γελάνε με τα καμώματά μας. Αλλά, ακόμα δεν έφυγε και ήδη μας λείπει.

Με το μικρό του όνομα τον έμαθα, με το μικρό του τον χαιρετώ (σάμπως ρώτησα ποτέ το επώνυμό του). Αααα, ρε Γιώργη!. Πόσο νωρίς έφυγες ρε μπαγάσα!. Εσύ που με ένα χαμόγελο, κέρδιζες και τον πιο στρυφνό και αθεόφοβο. Που το μαγαζί σου, ήταν το κουτούκι σου στην Περίσσα και φτιαγμένο μόνο για σένα. Στα μέτρα σου και στα γούστα σου. Αλλά, έλα που μας άρεσε όλων!. Πως τα κατάφερνες και αντίς μαγαζάτορας, ήσουνα πάντα οικοδεσπότης;. Πως έβρισκες χώρο για κουβέντες και χρόνο για χαμόγελα, ειλικρινή, ντόμπρα κι αντρίκια;. Και ενώ γύρω σου γινόταν χαλασμός από κόσμο, βοή με ξενόφερτα ντεσιμπέλ από μοντέρνα γειτονικά φασαριάδικα, από ιδρωμένες μασχάλες και πεινασμένα στόματα, εσύ είχες το καλωσόρισμα του φιλόξενου άρχοντα στα μάτια σου;. Πως είχες κερδίσει εκείνη την ολύμπια νηφιαλιότητα;.

Και με το τζουρά, στα ιδιωτικά γλέντια. Σεμνός και λαμπερός μαζί. Νότες στις χορδές και ρυτίδες ευχαρίστησης γύρω από τα μάτια. Ρε μάγκα, θα περνάς καλά εκεί πάνω. Κούρντισε λίγο το τζουρά, σκόρπισε δυο χαμόγελα και θα την ξαναφτιάξεις τη συντροφιά σου. Σε εμάς θα λείπεις!. Στους τυχερούς που σε γνωρίσαμε, αλλά άτυχους που σε χάσαμε τόσο νωρίς!.