ΔΗΜΟΚΡΑΤΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ

 

 

 

DEMOCRATS“Παγκόσμια ημέρα τουρισμού η 27η Σεπτεμβρίου και η πολύπλευρη βιώσιμη ανάπτυξη, είναι ζωογόνος δύναμη για τον ποιοτικό τουρισμό.
Η μονόπλευρη εξάρτηση από τον τουρισμό, ούτε επιθυμητή είναι, αλλά ούτε και αναγκαία για τα νησιά.

Ο τουρισμός και οι συνδεδεμένες με αυτόν υπηρεσίες, αποτελούν τον κύριο πυλώνα της παραγωγικής και οικονομικής ζωής της νησιωτικής χώρας στον 21ο αιώνα. Ο τουρισμός, εισφέρει στην Οικονομία το 20% του ΑΕΠ και αποτελεί το ισχυρότερο μέσο περιφερειακής ανάπτυξης.
Ο τουρισμός μετέτρεψε τα νησιά, από «ξεχασμένη Ελλάδα, άγονη γραμμή και τόπους εξορίας», σε ισχυρή παραγωγική δύναμη της χώρας. Τα νησιά, πέραν της οικονομική τους ανάκαμψης, λόγω του τουρισμού, παρουσιάζουν, σύμφωνα με πρόσφατες μελέτες, μικρή αλλά ενδεικτική αύξηση του μόνιμου πληθυσμού.

Ο ποιοτικός και όχι ο αριθμητικός τουρισμός σε συμπόρευση και συνανάπτυξη με τους άλλους παραγωγικούς τομείς, όπως τον αγροτοκτηνοτροφικό, αποτελούν το μοναδικό μοντέλο σταθερής και βιώσιμης ανάπτυξης των νησιών.
Η πολύπλευρη βιώσιμη ανάπτυξη, αποτελεί τη ζωογόνος δύναμη για τον ίδιο τον ποιοτικό τουρισμό. Τα υψηλής ποιότητας αγροτοκτηνοτροφικά προϊόντα, παγκόσμια γνωστά και περιζήτητα, χρήζουν προστασίας και στήριξης από την Πολιτεία και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Αυτό το παραγωγικό μοντέλο, που θέτει κανόνες, έχει όρια, σέβεται και προστατεύει το φυσικό περιβάλλον, τα μνημεία, τον λαϊκό πολιτισμό, ενισχύει τη φέρουσα δυναμικότητα των νησιών, δημιουργεί σύγχρονες βασικές υποδομές, προστατεύει και ενισχύει τα δημόσια αγαθά στο πλαίσιο της νησιωτικότητας, δεν απασχολεί την κυβέρνηση η οποία ενδιαφέρεται μόνο για την ευημερία των αριθμών και αδιαφορεί για το μέλλον των νησιών και του ίδιου του τουρισμού ως πηγή πλούτου για τη χώρα.
Η «συνανάπτυξη και συμπόρευση» του πρωτογενούς τομέα, του πολιτισμού, με τον τουρισμό, η προστασία του νησιωτικού περιβάλλοντος, είναι κανόνας απαράβατος και η μόνη μορφή αναπτυξιακής πολιτικής, συμβατή με τη νησιωτικότητα.
Η βιωσιμότητά του του τουρισμού δεν μετριέται σήμερα ποσοτικά, όπως δυστυχώς το πράττει η κυβέρνηση, αλλά ποιοτικά και με τις παρούσες πολιτικές και συνθήκες έχουν παύσει να ευημερούν πλέον και οι αριθμοί.
Η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού, που τείνει να κυριαρχήσει, απειλεί με εξαφάνιση όλες τις άλλες παραδοσιακές παραγωγικές εγχώριες δραστηριότητες.
Η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού εξελίσσεται σε υπερτουρισμό και ήδη εκδηλώνεται, όσο κι αν το ξορκίζουν κοντόφθαλμες πολιτικές της κυβέρνησης, αλλά και παραγόντων του τουρισμού.
Οι νησιωτικές κοινωνίες, στις οποίες σταδιακά επεκτείνεται το φαινόμενο, βιώνουν ήδη τις αρνητικές επενέργειές του, τόσο στην οικονομική  προοπτική τους, όσο και στην ποιότητα της ζωής.
Η αναθεώρηση της τουριστικής πολιτικής είναι ζητούμενο και αυτό αποτελεί ευθύνη της κυβέρνησης, της Περιφέρειας, της Αυτοδιοίκησης, των επαγγελματικών φορέων η ριζική αλλαγή και ο προσανατολισμός της τουριστικής πολιτικής είναι επιβεβλημένες, αλλά η κυβέρνηση αδυνατεί να αντιμετωπίσει αυτά τα προβλήματα, ικανοποιείται με την «ευημερία των αριθμών».

Προβλήματα όπως η στέγη, η ακρίβεια, πολλαπλάσια εκείνης στην ηπειρωτική χώρα, αποτελούν εστίες και αιτίες πρόκλησης προβλημάτων που υποβαθμίζουν την ίδια τη ζωή και όχι απλά την ποιότητά της. Εν τούτοις η κυβέρνηση αρνείται τη μείωση του ΦΠΑ, υπονομεύει και απαξιώνει το μεταφορικό ισιοδύναμο, αρνείται να τηρήσει τις επιταγές του Συντάγματος για τη νησιωτικότητα και επιμένει στις οριζόντιες πολιτικές ανάμεσα στην ηπειρωτική και τη νησιωτική χώρα, την ώρα που στην ΕΕ συζητούν μια νησιωτική πολιτική, με ειδικά μέτρα και προγράμματα ενίσχυσης των μηχανισμών αντιμετώπισης των προβλημάτων της νησιωτικότητας.

Η έλλειψη στέγης, φθηνής και προσιτής, επηρεάζει αρνητικά τη λειτουργία των υπηρεσιών υποβαθμίζοντας περεταίρω την ποιότητα της ζωής.
Απαιτούνται δημόσιες και δημοτικές υπηρεσίες καλά στελεχωμένες, σύγχρονους μηχανισμούς προστασίας, μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, στο πλαίσιο της Πολιτικής Προστασίας, για την αντιμετώπιση των προβλημάτων του υπερτουρισμού.

Οι εργαζόμενοι στον τουρισμό αποτελούν την κινητήρια δύναμή του και η σωστή εκπαίδευση και κατάρτισή των επιχειρηματιών και των στελεχών του τουρισμού, αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την ποιοτική αναβάθμιση των παρεχόμενων υπηρεσιών στην τουριστική βιομηχανία.
Οι δύο μοναδικές ιστορικές δημόσιες Ανώτερες Σχολές Τουριστικής Εκπαίδευσης στην Ελλάδα (Α.Σ.Τ.Ε.), που λειτουργούν στη Ρόδο (ΑΣΤΕΡ) και την Κρήτη (ΑΣΤΕΚ), αντί του αναγκαίου εκσυγχρονισμού τους στα προγράμματα σπουδών, στη στελέχωση με εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό, στις εγκαταστάσεις τους, παραμένουν υποβαθμισμένες, με τη διοικητική και εκπαιδευτική εποπτεία τους, ελλιπής και κατακερματισμένη σε δύο Υπουργεία, Παιδείας και Τουρισμού”.

 

 

 

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή