Σίκινος, Αύγουστος 1974.

Η ΜΝΗΜΗ ΤΗΣ ΑΘΩΟΤΗΤΑΣ ΦΩΤΟ & ΡΕΠΟΡΤΑΖ ΤΟΥ Θ. ΣΚΑΜΠΑΒΙΡΙΑ

 

 

 

“Μικρό άγνωστο, παρθένο νησάκι, με λίγους καλούς ανθρώπους, ταπεινούς, φιλικούς, με χιούμορ, με νοιάξημο ο ένας για τον άλλο, αλλά και με πολλά καθημερινά προβλήματα επιβίωσης ειδικά τους χειμώνες.

Λιμάνι δεν υπάρχει, μόνο μία μικρή προβλήτα δύο τετραγωνικών, κάτω από το σπίτι του Βενιέρη, εκεί που έδενε ο Κρητικάκης το ξύλινο καΐκι του που έρχονταν από τη Νιό με εμπορεύματα και επισκέπτες, και μερικά σκόρπια βραχάκια σε ένα νοητό ημικύκλιο μέσα στη θάλασσα που δημιουργούσαν μία υποτυπώδη προστασία για τις λιγοστές ξύλινες βάρκες των ντόπιων ( αλιευτικό καταφύγιο Σικίνου ), εμείς τα βράδια για να βάλουμε τα πεταχτάρια μας, χωρίς να καλοβλέπουμε πηδάγαμε από βράχο σε βράχο με τη θάλασσα ολόγυρά μας.

Ο δρόμος Αλοπρόνoια – Χώρα ήταν καλντερίμι ( 3,450 στάδια ), το μεγαλύτερο σε μήκος σε όλες τις Κυκλάδες, καλυμμένος με μεγάλες ντόπιες ψαρόπλακες, σπάνιας ομορφιάς, σήμερα δυστυχώς δεν υπάρχει, γιατί αυτοί που παίρνουν τις αποφάσεις για το μέλλον μας δεν είναι ευαίσθητοι και διορατικοί. ( δεν υπονοώ βεβαίως ότι δεν έπρεπε να γίνει ο αυτοκινητόδρομος, λέω ανοιχτά ότι έπρεπε να γίνει στην απέναντι πλευρά, όπως πρότεινε η δεύτερη μελέτη που υπήρχε τότε, και δεν έγινε γιατί το κόστος ήταν μεγαλύτερο). Σήμερα αυτό το καλντερίμι θα ήταν σημείο αναφοράς για το νησί και την εξέλιξη του.

Αυτοκίνητο και τηλεόραση ούτε για δείγμα, όσο για τηλέφωνο, υπήρχε ένα τηλεφωνείο εκεί που είναι τώρα το café markoni με τηλεφωνήτρια και τηλέφωνο καβουρδιστήρι, γρ γρ γρ γύριζε η τηλεφωνήτρια την μανιβέλα, συνδεόσουν με την τηλεφωνήτρια της Ίου, της έδινες το νούμερο και αυτή σε συνέδεε με την Αθήνα, όταν τελείωνες ένας μετρητής έδειχνε τις μονάδες που είχες κάνει και πλήρωνες το ποσό.

Στην Αλοπρόνoια υπήρχαν δύο ταβέρνες του Παναγιώτη του Κουντούρη, που ήταν μπακάλικο και « τράπεζα » ( συνάλλαγμα ) και του Λουκά του Μάναλη με φρέσκο ψάρι, στις οποίες οι γυναίκες τους έκαναν γενικά κουμάντο, και το καφενείο του Χαλκέα που σέρβιρε ουζάκι με χταπόδι , στραγάλια και καπαράγγουρα, γλυκό κουταλιού ,υποβρύχιο και είχε τραπέζια για πρέφα.

Λιγοστά σπίτια, λιγοστοί επισκέπτες, πάρα πολλά παιδιά (όπως και σήμερα), πλατσούριζαν στα νερά της Αλοπρόνοιας και έπαιζαν στην άμμο, το βραδάκι τα μεγαλύτερα παιδιά άναβαν φωτιές και τραγούδαγαν με τις κιθάρες τους, σε μαγικές βραδιές και έρχονταν η μέρα το Αγίου Βαπορίου. Μία η δύο φορές την εβδομάδα, ανάλογα με τον καιρό, έρχονταν αυτή η σημαντική μέρα που έβγαζε τους ανθρώπους από την ρουτίνα τους, ισχυροποιούσε τους κοινωνικούς δεσμούς, έφερνε την χαρά , την περιέργεια, την προσμονή την λύπη, τα σχόλια, τα κουτσομπολιά.

Γέμιζε ο μικρός χώρος, από γυναίκες, άνδρες, παιδιά , γέρους, γιαγιάδες, βαλίτσες, φωνές, γέλια , κλάματα, χρώματα, κούτες με παξιμάδια και κουλούρες, καλαθούνες με ντόπια καλούδια, φορτωμένα γαϊδουράκια και μουλάρια με τους αγωγιάτες, ντάν – ντάν από την καμπάνα της Ανάληψης που χτυπούσαν δαιμονισμένα τα μικρά και τα μεγάλα παιδιά, «καλό ταξίδι, γιαζάλδε , καλό χειμώνα, καλώς ορίσατε και του χρόνου με υγεία », βασιλικά, γεράνια και μαντζουράνες στα χέρια, για να κρατήσουν την ανάμνηση του νησιού με την μυρωδιά και το χρώμα, κάποια στιγμή άκουγαν και έβλεπαν από μακριά να έρχεται το βαπόρι.

Όλος ο κόσμος και τα πράγματα έμπαιναν βιαστικά σε τρεις μεγάλες βάρκες, φορτωμένες μέχρι τα μπούνια, του Γιάννη του Χαλκέα, του Τάσου ( αυτή που κάνει και σήμερα τα δρομολόγια ο γιος του ο Δημήτρης) και των Ντουρντουλάδων που είχαν φέρει τότε μία αλουμινένια περτσινωτή θαλασσιά βάρκα που είχε κάνει εντύπωση και έπλεαν προς το βαπόρι που είχε αγκυροβολήσει αρόδο.

Βαπόρια όπως το ΄Κυκλάδες΄ , το ΄Μιαούλης΄, το ΄Μήλος Εξπρές, ο ΄Αγιος Γεώργιος΄ κατέβαζαν μια κρεμαστή ανεμόσκαλα στο πλάι του πλοίου (από το μέρος που δεν φυσούσε ο καιρός ) για να ανέβουν οι επιβάτες που έφευγαν και να κατέβουν οι ταξιδιώτες που έρχονταν στη Σίκινο, στη βάρκα που περίμενε από κάτω.

Τα πλοία άνοιγαν και την πίσω μπουκαπόρτα για να ανεβοκατεβάσουν εμπορεύματα, έπιπλα αλλά και ανθρώπους και όταν η θάλασσα ήταν ήσυχη όλα καλά, αν όμως είχε σοροκάδα η ισχυρό βοριά, η βάρκα την μια στιγμή ήταν πάνω από την στάθμη της μπουκαπόρτας και την άλλη στιγμή κάτω από αυτήν και εσύ στην άκρη της μπουκαπόρτας κρατώντας ένα ψυγείο, ένα ντουλάπι, ένα στρώμα η μία γριά, φώναζες σε αυτούς που ήταν στην βάρκα « παιδιά πιάστε» και έσπρωχνες ότι κρατούσες προς τη βάρκα και οι από κάτω το γράπωναν όλοι μαζί πριν πέσει στο νερό.

Αγνή παρθένα και ωραία Σίκινος, αγνοί άνθρωποι με τις ιδιαιτερότητες τους, μορφές στην όψη, στις διηγήσεις και στην καλοσύνη, η έννοια του κέρδους και των συμφερόντων δεν είχε κατακλύσει τα πάντα και θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό που τα έζησα, σαν εξ αγχιστείας Σικινιώτης από το καλοκαίρι του 1974, αμέσως μετά την επιστράτευση και θέλησα να τα μοιραστώ μαζί σας, με όσους γνωρίζουν και όσους όχι.

Με μεγάλη νοσταλγία σας εύχομαι να είστε όλοι καλά”.