Site icon Santonews

Η τάση Destination Dupes έγινε ρεύμα και παρασέρνει και τη Σαντορίνη

 

 

 

  Πριν λίγους μήνες, είχε αρχίσει να διαφαίνεται μια νέα τουριστική τάση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Επικράτησε να προσδιορίζεται, ως “destination dupes”.

 

  Δεν ήταν η πρώτη φορά, που κάποιοι, απαυδισμένοι ίσως από τη λάμψη δημοφιλών προορισμών, εντόπιζαν ή ανακάλυπταν τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν και τα αναδείκνυαν στον υπερθετικό βαθμό. Αρχικά, περιορίζονταν σε μια κάπως αντισυμβατική τάση και στάση. “Προτιμήστε τα “Κρυμμένα πετράδια- Hidden gems” υπερθεμάτιζαν. Ήταν απόλυτα φυσιολογικό. Από τη στιγμή που ο τουρισμός μετατρεπόταν σε μια αυτοματοποιημένη βιομηχανία, πάντα θα υπήρχαν εκείνοι που αναπολούσαν την “αυθεντική εμπειρία”, τον αλληλεπιδραστικό συγχρωτισμό με τους ντόπιους κατοίκους, τον ευγενικό ερασιτεχνισμό και τη γοητεία του αδρού και χειροποίητου.

Σε παράλληλη πορεία, αλλά με ευκρινέστερες και μαζικότερες τάσεις που αναπτύσσονταν γρήγορα, ήρθαν οι ιδέες του “Sustainable Tourism- Βιώσιμου Τουρισμού”, όπου ένας διογκούμενος αριθμός υποψήφιων ταξιδιωτών, απαιτούσε χρηστές πρακτικές περιβαλλοντικής διαχείρισης. Η έξαρση του οικολογικού κινήματος, η απειλή της κλιματικής αλλαγής και η συνακόλουθη “μιμητική επιθυμία”, οδήγησαν την αρχικά αντισυμβατική τάση, να αναδειχθεί σε αναγκαία σύμβαση τουριστικής επιλογής και ανάπτυξης, για έναν διόλου ευκαταφρόνητο αριθμό Ευρωπαίων και Αμερικανών.

 

 

 

  Καινούριες περιοχές προστέθηκαν στον τουριστικό χάρτη και η διακριτική ομορφιά των νέων προορισμών, άρχισε να αποτελεί μέρος του λεγόμενου “main stream- κύριου ρεύματος” στον τουρισμό. Και μάλιστα, υπερβαίνοντας την “βουκολική αντίληψη” του “Et in Arcadia Ego” του θρυλικού πίνακα του Νικολά Πουσέν, που αποτέλεσε πρότυπο και σάλπισμα για επιστροφή στην αρχέγονη φύση. Οι ροδαλές βοσκοπούλες, οι κατσίκες που έβοσκαν ανέμελα στα λιβάδια και οι αρειμάνιοι γραφικοί γέροντες με το γαϊδουράκι, ήταν μια μάλλον αταβιστική εικόνα-μετείκασμα που ήθελε να δώσει δροσερή και γαλήνια διέξοδο από την καθημερινή αλλοτρίωση του σύγχρονου δυτικού τρόπου ζωής. Ναι, αλλά… Γαλήνιες διακοπές, με το κινητό τηλέφωνο μόνιμα σε ετοιμότητα για μια σέλφι, το λαπ-τοπ ή το τάμπλετ, μόνιμα φορτισμένα και τις κλασσικές καρτ-ποστάλ να αντικαθίστανται από αναρτήσεις στο Instagram ή καθημερινά email. Κάτι σαν “κολόνια Ζιβανσί και στα ποδάρια μου”, που έλεγε ο Μηλιώκας. Τσομπάνοι μεν, αλλά μεταμοντέρνοι. Με SUV, αντί για γαϊδουράκι και selfie-stick, αντί για μαγκούρα ή γκλίτσα.

Η τουριστική βιομηχανία, τις ενσωμάτωσε αυτές τις τάσεις. Τις ανέδειξε, τις αξιοποίησε και κατάφερε να ντύσει την πρωταρχική επιδίωξη του κέρδους, με έναν μανδύα κοινωνικής ενσυναίσθησης και περιβαλλοντικής ευαισθησίας. Ήταν μάλιστα μια καλή συμφωνία win-win, αμφίπλευρου κέρδους δηλαδή. Θεμιτού και περισσότερο δίκαιου.

 

 

 

Ώσπου, ήρθε η σειρά των “Dupes”.

 

 

 

  Αυτοί δεν μασάνε τα λόγια τους. Δεν τους νοιάζει η βιωσιμότητα, η αυθεντικότητα ή η περιβαλλοντική συναντίληψη. Κινούνται με πιο πραγματιστικά έως κυνικά κριτήρια. Γιατί να ξοδευτώ για ένα αυθεντικό Rolex τη στιγμή που ένα Rolex, Dupe- μαϊμού κάνει την ίδια δουλειά;. Και το χρόνο μετράει και τα βλέμματα τραβάει. Άλλωστε εκείνο που κάνει το αυθεντικό Rolex πολύτιμο, δεν είναι τόσο η ακρίβεια και η ποιότητα του μηχανισμού του, ούτε η αισθητική του. Κυρίαρχη είναι η “αγοραστική άλως” που το περιβάλλει. Δεν είναι προϊόν, είναι δείκτης κοινωνικού στάτους- κοινωνικής θέσης, ύπαρξη ή επίφαση ευμάρειας, ένδειξη ή μίμηση καλού γούστου.

Οι “Dupes”, τα επιζητούν αυτά. Αλλά τα θέλουν σε χαμηλή τιμή και μικρή όχληση …όχι όμως τόσο μικρή που να τους καθιστά αόρατους και μόνους. Παράλληλα, αναδεικνύει και ένα άλλο στάτους. Του εν μέρει αντισυμβατικού. Εκείνου που δεν πιάνεται κορόιδο και αντί να ψωνίσει φούτερ από τη βιτρίνα, αναζητά τη βιοτεχνία στο Περιστέρι. Που εν τέλει, θα βγάλει κοροϊδευτικά τη γλώσσα, σε όσους ξοδεύουν και απαιτούν -κάποτε εις μάτην- την ανταποδοτικότητα στα όσα πληρώνουν. Οι “Dupes”, ξέρουν πως το φανελάκι δεν έχει το κροκοδειλάκι του “Lacoste”, αλλά μια συμπαθή σαύρα που του μοιάζει. Και κομπάζουν γι αυτό.

Αρκεί λοιπόν, να βρεθούν οι κατάλληλες βιοτεχνίες που να παράγουν τις καλύτερες απομιμήσεις. Και για τη Σαντορίνη, υποψήφιες είναι αρκετές. Και το χειρότερο είναι, πως ως βιοτεχνίες μπορούν να σταθούν αξιοπρεπώς με τη δική τους επωνυμία και να δημιουργήσουν τη δική τους αγοραστική άλω. “Μπείτε σε μια από τις μεγαλύτερες ταξιδιωτικές τάσεις του 2024”, γράφουν πολλά ξένα μέσα ενημέρωσης, με τα βρετανικά να παίρνουν την πρωτοκαθεδρία, τα ινδικά να έπονται και την Αμερική να ακολουθεί. “Οι ταξιδιώτες απομακρύνονται από δημοφιλείς προορισμούς και προτιμούν πιο φιλικές προς τον προϋπολογισμό τους επιλογές που προσφέρουν παρόμοια ατμόσφαιρα με τον πιο ακριβό προορισμό. Λίβερπουλ για Λονδίνο , Πάρος για Σαντορίνη και Κουρασάο για St Martin” γράφει -ενδεικτικά- το BBC. “Η Απουλία είναι ένας προορισμός για τη Σαντορίνη”, γράφει το Euronews και προσθέτει: “Αν η νυχτερινή μάχη για το καλύτερο φωτογραφικό σημείο για το ηλιοβασίλεμα της Σαντορίνης μεταξύ των influencers που κρατούν selfie-stick δεν είναι για εσάς, σκεφτείτε την Απουλία στη νότια Ιταλία”.

Τα διεθνή παραδείγματα πολλά. Και για μια ακόμα φορά, οι ειδικοί του τουρισμού, πιάστηκαν μάλλον εξαπίνης. Όσο για τους τοπικούς παράγοντες, αυτοί το αγνοούσαν, παρά τα δημοσιεύματα στη σελίδα αυτή. Η όποια θετική αντίδραση ή ανάδραση, απουσιάζει. Μεγάλοι ταξιδιωτικοί οργανισμοί με οξυδερκή στελέχη όμως, έπιασαν τη σαυρούλα που καμώνεται το κροκοδειλάκι και την κανακεύουν όσο μπορούν. Όταν δεν μπορείς να σταματήσεις ένα ρεύμα, το εκτρέπεις σε νέα κοίτη και το αφήνεις να κυλά ανεμπόδιστο, ποτίζοντας όμως πάντα τα δικά σου χωράφια.

Exit mobile version