«Η ΒΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΕΛΕΚΑΝΟΥ», ΑΠΟΘΕΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ DECANTER

«Η ΒΑΡΔΙΑ ΤΟΥ ΠΕΛΕΚΑΝΟΥ», ΑΠΟΘΕΩΝΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟ DECANTER

 

 

« Σε αυτήν την ταινία δεν θα δείτε πουθενά καλντέρα. Πως σας φαίνεται αυτή η παράλειψη;», απορεί  o Jefford.

« Σε αυτήν την ταινία δεν θα δείτε πουθενά καλντέρα. Πως σας φαίνεται αυτή η παράλειψη;», απορεί o Jefford.

  Τον Andrew Jefford, μόνο ουρανοκατέβατο στο χώρο του κρασιού δεν μπορείς να τον χαρακτηρίσεις. Με 15 βιβλία, δεκάδες βραβεία και μια αξιοζήλευτη θέση στην παγκόσμια λίστα των ειδικών του οίνου, δεν θεωρείται απλά wineexpert, αλλά διανοούμενος διεθνούς βεληνεκούς. Όσο για την καριέρα του;. Η πολυβραβευμένη ενασχόλησή του στο ραδιόφωνο του BBC, οι στήλες του στην EvenenigStandard και σε άλλες εφημερίδες, οι παρουσιάσεις τηλεοπτικών εκπομπών στο Chanell4, απλώς συνδυάζονται με την ιδιότητα του ποιητή που συλλογές του παρουσιάστηκαν πρόσφατα στον Guardianκαι το Spectator. Αυτόν τον καιρό είναι επίσης κεντρικός αρθρογράφος στο κορυφαίο οινοφιλικό περιοδικό του κόσμου, το Decanter και από εκεί παρουσιάζει μια εξαιρετική κριτική για την ταινία της Λείας Μπίνζερ «Η βάρδια του Πελεκάνου».

    Και μόνο το γεγονός πως περίπου το μισό κείμενο αναλώνεται σε παραπομπές για ταινίες που είτε ασχολήθηκαν (Mondovino), είτε περιέχουν σκηνές για το κρασί και την οινοποιία, δείχνει πως δεν τον ενδιαφέρει μια  απλή παρουσίαση, αλλά η ανατομία του πολυβραβευμένου φιλμ της Μπίνζερ. « Η ταινία καταδύεται στη σκληρή ζωή των ηλικιωμένων αμπελουργών και κρυφακούει τις παρεΐστικες ασυνάρτητες κουβέντες τους», γράφει, για να προσθέσει : «χώνεται λιγάκι στην  αναπόφευκτη σύγκρουση μεταξύ τουριστικής ανάπτυξης και οινικής παράδοσης, αλλά χωρίς να παίρνει θέση. Στην ουσία καταλαβαίνεις ότι αυτά τα κουρασμένα, ηλικιωμένα αγόρια, αξίζει να πουλήσουν τους αμπελώνες τους σε επενδυτές και να αποσυρθούν στο σπίτι τους με τις εισπράξεις».

 

«ΔΕΝ ΘΑ ΔΕΙΤΕ ΠΟΥΘΕΝΑ ΚΑΛΝΤΕΡΑ»

Τον Andrew Jefford, μόνο ουρανοκατέβατο στο χώρο του κρασιού δεν μπορείς να τον χαρακτηρίσεις.

Τον Andrew Jefford, μόνο ουρανοκατέβατο στο χώρο του κρασιού δεν μπορείς να τον χαρακτηρίσεις.

  Η ανάγνωση του Jefford, είναι εμβριθής και απόλυτα τεκμηριωμένη, δίνοντας στο φιλμ της Μπίνζερ τη θέση που του αξίζει. Ίσως αν κάποιος του είχε δείξει και το «Θηραϊκό Όρθρο» των Σφήκα- Τορνέ, να κατανοούσε ακόμα περισσότερο, την έντιμη, τρυφερή άλλα τόσο ακριβοδίκαιη ματιά της Ελληνο-Δανέζας σκηνοθέτριας που έδωσε ένα φιλμογραφικό αριστούργημα. Ίσως όμως να είναι καλύτερα έτσι, καθώς η έκπληξή του είναι γνήσια και η κρίση του ανεπηρέαστη. « Σε αυτήν την ταινία δεν θα δείτε πουθενά καλντέρα. Πως σας φαίνεται αυτή η παράλειψη;», απορεί κι ο ίδιος. Ούτε ηλιοβασίλεμα δείχνει η Μπινζερ, σημειώνει μετά, εκτός από «την κουρασμένη πορεία της επιστροφής στο σπίτι, αφού έχει παραδώσει την απογοητευτική σοδιά του ο Πελεκάνος» (σ.σ. πρόκειται για μια σκηνή που μάλλον πρέπει να διδάσκεται σε κινηματογραφικές σχολές, καθώς η υποδειγματική κινηματογράφηση συνοδεύεται από την εκπληκτική μουσική της Λάουρας Γκίνη).

  Ο Andrew Jefford, δεν παραλείπει να πει – κι αυτό είναι ένα ακόμα ατού της ταινίας- πως η καταγραφή της Λείας Μπίνζερ, φωτογραφίζει την τραχιά ζωή πολλών αμπελουργών  σε ολόκληρο τον κόσμο. Βέβαια, δεν θα βρεθεί κανείς να του πει πως το μόνο σημείο που υποδέχτηκε ψυχρά, αγνόησε ή και πολέμησε ακόμα αυτήν την αριστουργηματική ταινία, ήταν ο τόπος που γυρίστηκε: η Σαντορίνη. Η τοπική πολιτική μιζέρια, οι μικρο-ίντριγκες και τα σαχλο-συμφέροντα, αποσιώπησαν τις πολλαπλές βραβεύσεις, αδιαφόρησαν για την εντιμότητα και την ειλικρίνεια της και φυσικά ούτε καν ασχολήθηκαν με την καλλιτεχνική της πληρότητα. Αλλά, αυτός ο φλεγματικός εγγλέζος διανοούμενος, μάλλον δε δίνει δεκάρα γι αυτά και κατατάσσει τη «Βάρδια του Πελεκάνου», εκεί που της αξίζει: στο πάνθεον των ταινιών τέχνης.