“ΤΡΟΦΑΝΤΕΣ ΚΥΡΙΕΣ, ΟΡΓΙΟΣΤΟΛΕΣ, ΓΛΥΚΟΠΙΚΡΟΞΙΝΕΣ”

ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΣΑΚΙ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΔΑΡΖΕΝΤΑ

 

 

 

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΔΑΡΖΕΝΤΑΣ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΔΗΜΟΤΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΠΥΡΓΟΥ-ΚΑΛΛΙΣΤΗΣ

«Δεν θα ασχοληθώ με πράμα φρέσκο…, επίκαιρο…, διερευνητικό…, πικρόχολο…, Θηραϊκό…, που έχει η τρέλα μου, το δισάκι μου, και όπως θωρώ τελευταία στα μανταλάκια μου αιωρούνται ωραίες και τροφαντές κυρίες οργιόστολες γλυκοπικρόξινες… Γιάντα; Μα ο ένας είπε… ο άλλος έγραψε… ήντα, μα ήντα να πρωτοκάμω; Κα κερά ήντα να κάνει ο μικροπαραπονιάρης; Θα ανηφορίσει η ηλικία του και θα νοιώσει τση ζωής τση αγκυλίδες πιο έντονες… εγώ ήντα να κάνω παππού; Ήντα να κάμω…; Να γυρίσω τση μηχανές μου στο Diesel γίνεται..; Δεν γίνεται… απλά γροικώ και γραφοχαράζω ιστοριούλες ναυτικές.., θηραϊκές.., πολύ.., πολύ γέρικες…

Μου έστειλαν οι ψυχοτιμωροί μου χειρόγραφες ιστοριούλες που είχαν στείλει στα θηραϊκά νέα… Ήντα να κάμνω… θα τις μοιραστούμε… Θα ξεκινήσω με ένα ανέκδοτο… Δυο εργατικοί Σαντορινιοί, που καθόντουσαν στα Πετράλωνα, μπλέξανε ένα Σάββατο βράδυ στην Αθήνα και τάπιαν για τα καλά στην ταβέρνα του Σιγάλα στο μοναστηράκι… Όταν η ώρα έγινε μεσάνυκτα ο ταβερνιάρης τους είπε πως έπρεπε να φύγουνε… Σηκωθήκανε το λοιπόν και βγήκανε στη πλατεία Μοναστηρίου για να πάρουνε το τελευταίο τραίνο που πήγαινε στα Πετράλωνα…

Σιγοτραγουδώντας και τρικλίζοντας μπήκανε μέσα στο βαγόνι που ήτανε γεμάτο… Με κόπο προχώρησαν… και όταν μπροστά τους είδαν έναν κύριο που φορούσε μπλέ ρούχα και κασκέτο… ο ένας.., ο Αρτίμης, τοθ είπε… «Κα, ο Κύριε… Δώσε μας δυο ποτήρια…» Ο επιβάτης χαμογέλασε και τους είπε… «Δεν είμαι εισπράκτορας… είμαι Αξιωματικός του Ναυτικού…!» Κι ο Αρτίμης με κατσουφιασμένη μούρη, γύρισε στο φίλο του τον Νικολό και του είπε.. «Μπρέ ηκάναμε λάθος… Γιάντα αντίς να μπούμε στο Τράμ ημπήκαμε στο παπόρι..!»

Το παρακάτω όμορφο της τότε εποχής είναι μια ναυτικοσαντορινιά ψαράδικη περιπέτεια γραμμένη μοναδικά για τότε… Και αυτή η ομορφιά και απεικόνιση ψυχής υποχρεούμαι να την μοιραστώ μαζί σας… και το σπουδαιότερο να μάθομε πως ζούσαν την τότε εποχή οι ψαράδες μας και βεβαίως πως ήταν η ζωή τους… είναι γραμμένη πριν 57 ολόκληρα χρόνια… από τον συνεργάτη μας κ. Μάρκου Α. Ρούσσου. (Όπως γράφει το χειρόγραφο). (ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ, 15 Φεβρουαρίου 1960)

‘’…Ήταν χειμώνας του 1931. ΦΟΥΡΤΟΥΝΑ ΣΤΟ ΠΕΛΑΓΟΣ….

Οι άνδρες είχανε καβατζάρει το ρυμίδι του Αι Γιώργη του θαλασσίτη και κόντευαν να πατήσουνε στον άμμο… Το τσουχτερό κρύο και το αγιάζι τους περόνιαζε τα κόκκαλα. Μπροστά προχωρούσε ο Τζάννες, ο Πούθης κρατώντας το φανάρι και πίσω στην γραμμή ακολουθούσε το τσούρμο. Ο Γιάννης, ο τσίφτης, ήτανε κουκουλωμένος με μια χιλιοτρυπημένη πατανία δεμένη στην μέση του με ένα σχοινί και καθώς περπατούσε σήκωνε τα πόδια του για να μην κουτουλά τις πέτρες και ξεραχώσει τα δακτύλια του, επειδή ήταν ξυπόλητος… Δίπλα του προχωρούσε ο πατέρας μου φορώντας μια παλιά μαντύα, που την είχε από τον πόλεμο του 1912… Τελευταίος ακολουθούσε ο συγχωρεμένος ο μπάρμπα Αντώνης, ο Πρέκας, με ένα ρούσσικο σκούφο στο κεφάλι, ενώ στην πλάτη είχε ρίξει μια χοντρή πατατούκα κι είχε τυλίξει τον λαιμό του με μια στενόμαυρη μπελερίνα, που οι δυο άκρες της κρεμόταν μπροστά του σαν περιλαίμιο Δεσπότη. Η νύκτα ήταν ανάστερη, τα σύννεφα αργοβάδιζαν ανάλαφρα στον δρόμο του βοριά και η θάλασσα κοντανάσαινε ακόμα για να λευτερωθεί από τον παλμό της φουρτούνας που πέρασε. Τα κύματα της δεν ξεσχιζόταν πια σε αφρούς που σφύριζαν σαν έχεντρες καβάλα στη σκουρογάλαζη ράχι του πελάου…

Θεέ μου, μα δεν είναι μια ευλογία σκέψης η γραφή της τότε εποχής, ένα μοναδικό δώρο… σκέφτεται και συνεχίζει… Τώρα, ο αγέρας τρεμούλιαζε ασάλευτος και μονάχα η ανασαιμιά του γιαλού τάραζε την σιγή της παγωμένης νύχτας… Σαν πάτησαν οι άνδρες στην αμμουδιά, κινήσανε να τρέχουν προς την βάρκα για να ζεσταθούν, γιατί οι πιότεροι από τους τρατάρηδες ήταν ξυπόλυτοι και η παγωμένη άμμος τους ξύλιαζε τα μπλαντούχια… «Κρύο μπάρμπα ε;» είπε ο Μιχάλης, ο Πετεινός, στον καπετάνιο.. «Ίντα θες να κάνει, Πετεινέ μου, αφόντις είναι Φλεβάρης; Δεν θωρείς πως μαργώσανε τα χέρια μου…, αϊντές να αβαράρωμε για να ζεσταθούμε..» «Νωρίς είναι ακόμη, γέρο, κάτσε να φουμάρουμε και να σαχτούμε…» Σε λίγη ώρα οι άνδρες είχανε φουχτώσει τους σκαρμούς κι ήτανε έτοιμοι να αβαράρουμε τη βάρκα, όταν ξαφνικά είδανε ότι λείπει ο Πετεινός… «Μπρέ μα που είναι ο Μιχάλης;» φώναξε ο Αρτίμης της Μπόνας…

«Έχει σύριο,» είπε ο αδελφός του, ο Νικολός της χήρας. Πράγματι σε λίγο τον είδαμε φορτωμένο ένα δεμάτι ξέρες αλυμιές και άουστρα, τα άφησε πάνω στον άμμο κι άναψε φωτιά… Οι άνδρες αβαράρανε την βάρκα κι αφού φορτώσανε τη τράτα και τα σχοινιά, τρέξανε στη φωτιά για να ζεσταθούν. Μόνο ο γέρο Παπουτσής, ο καπετάνιος, δεν πήγε κοντά… «Γιάντα δεν έρχεσαι να ζεσταθείς, γέρο;» Του φώναξε ο Σταυρής, ο Κιοργαμπής.. «Μπρε ζεσταθείτε εσείς και μη σας γνοιάζει για μένα..» Ύστερα σήκωσε το κεφάλι του προς τον ουρανό κι έριξε μια ερευνητική ματιά γύρω στον ορίζοντα. «Μα γιάντα ξανοίεις ένα γκερεμέ τον ουρανό, γέρο, δε θωρείς πως είναι μπονάτσα;» Του είπε ο Νικολός ο Γλόμπος, που έκανε πως γνώριζε από καιρούς… «Δική σου μπονάτσα θωρείς εσύ με τα δικά σου μάθια, μα εγώ ντιρριούμαι να αβαράρωμε, γιατί θα’ χουμε κακοσύνη.» «Για το όνομα του θεού, γέρο, σκέψου μονάχα ότι είμαστε νηστικοί δυο μέρες με τον τελευταίο σορόκο, κι αν δεν χαλάσωμε και σήμερις θα πεθάνωμε από την πείνα.» «Ε τότες ισάτε να πααίνωμε αγάλια – αγάλια» Κι όλοι μαζί οι άνδρες χαρούμενοι τρέξανε προς τη βάρκα. «Σότροπα..», είπε σιγά ο γέρος κι αμέσως δυναμώνοντας την φωνή του φώναξε.. «Ω, αβάρα, γιαλό…!», κι η βάρκα γλύστρισε πάνω στα φαλάγγια κι ύστερα άπλεψε στο γαλάζιο νερό… Αμέσως ακούστηκε το ρυθμικό κτύπημα των κουπιών και μετά από λίγο χάθηκε ολότελα, αφού η βάρκα ανοίχτηκε στο πέλαος…

Το σκοτάδι ήταν πηχτό κι η θάλασσα θεοσκότεινη σαν κατράμι. Οι στιγμές, τα λεπτά διάβαιναν μετρημένα, όπως το χέρι του γιατρού τον παλμό του αρρώστου. Εμείς τα παιδιά περιμέναμε με αγωνία… Ξαφνικά άρχισε να ψιχαλίζει και πριν σκεφθούμε που έπρεπε να τρέξουμε για απάγκιο, άρχισε να πέφτει δυνατή βροχή… Μα δεν έφτανε μονάχα αυτό, ένας αγέρας σαν σίφουνας, αναποδογύρισε το κοφίνι που ήταν το φανάρι για να βλέπει τη στεριά ο καπετάνιος και το έσβησε. Αλλά δεν τα χάσαμε, το φανάρι έπρεπε ν’ ανάψει πάση θυσία για να βλέπουν τη στεριά οι άνδρες, που πάλευαν με τα κύματα. Έτσι παρά τα ραπίσματα της βροχής και του αγέρα, τ’ ανάψαμε και ξαναδώσαμε στον καπετάνιο το σημάδι της στεριάς.

Ο αγέρας λυσσομανούσε και σφύριζε αντάμα με τη βροχή και η βάρκα δεν φαινόταν πουθενά. Κατά τα ξημερώματα ακούσαμε τα κουπιά κι είδαμε τη βάρκα ν’ άρχεται από τη μεριά της Περίσσας παρασυρμένη από το δυνατό ρεύμα. Οι άνδρες πηδήσανε έξω βρεγμένοι μέχρι το κόκκαλο και έτρεξαν αμέσως στους κάβους για να τραβήξουν την τράτα. Η βροχή εξακολουθούσε, μα οι τρατάρηδες αδιαφορούσαν πια. Σα βγήκε η τράτα, όλοι έτρεξαν κοντά με λαχτάρα, που έγινε αμέσως απελπισία, σαν είδαν ότι ο σάκκος είχε κομματιαστή από τα σκυλόψαρα. Έτσι αποκαμωμένοι, παγωμένοι και θεονήστικοι, πήραν το δρόμο προς το χωριό, φορτωμένοι κούραση, φτώχεια και δυστυχία…!…’’

θα συνεχίσω να σας προσφέρω αυτά που μου πρόσφερε με πολύ αγάπη ο άνθρωπος που μου κόλλησε το ανίατο μικρόβιο της ψυχοθαλασσινής γραφής και βεβαίως πρέπει απαραιτήτως να ευχαριστήσω τον εδώ ανήσυχο αποδέκτη μου, οποίος με ξεζουμίζει γραφοχαρακτικά… Θα συνεχίζω να σας κάνω συντροφιά στο δύσκολο αλλά ασφαλές ταξίδι μας… Ο θεός μαζί μας”.