ΤΟ ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΑΡΜΑΟΥ

ΜΕΡΙΚΕΣ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟΝ ΟΡΑΜΑΤΙΣΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ

 

 

 

Στην εκδήλωση μνήμης για τον Νίκο Αρμάο, πήγα κύρια ως άνθρωπος που τον γνώρισε και τον εκτιμούσε βαθύτατα. Αλλά, φαίνεται πως η δικιά μας γνωριμία, ήταν κάπως διαφορετική. Επειδή, δεν τον γνώρισα ως Καθηγητή, παρ’ ότι ήξερα πως ήταν άριστος. Δεν είδα ποτέ μου, τον αυστηρό και προσηλωμένο στους νόμους, άνθρωπο που -θετικά- περιέγραψαν. Αντιθέτως!. Γνώρισα, ένα παθιασμένο οραματιστή. Με μια ανδροπρεπή σεμνότητα, που στα έγκατά της κόχλαζε ένα ηφαίστειο προσφοράς. Και με ένα χιούμορ, δηκτικό μεν κάποιες φορές, αλλά φιλικό και ευχάριστο. Και επίσης, έναν άνθρωπο της παρέας, που δεν κρατούσε πόζα.

Πάμε, πολλά χρόνια πίσω. Το παλιό Γυμνάσιο Μεσαριάς, στα σχέδια ή μάλλον στις προθέσεις. Εκεί, μετά το πρώτο μου γραπτό στην εφημερίδα “Κοινή Γνώμη”, με πήρε τηλέφωνο.

  • “Θέλετε να μιλήσετε;”, τον ρώτησα.
  • “Όχι, θέλω να σας δείξω κάτι”

Κάναμε λίγες μέρες, να απαλλαγούμε από τον πληθυντικό. Δική μου η απαίτηση. “Σας παρακαλώ κύριε Διευθυντά, μπορείτε να μου απευθύνεστε στον ενικό;”.

“Ναι, αλλά κι εσύ θα με λες Νίκο”. Το υποσχέθηκα, αλλά δεν μπορούσα να το τηρήσω, γιατί τις περισσότερες φορές τον αποκαλούσα “Κύριε Διευθυντά” κι αυτός με “επανέφερε στην τάξη”, είτε θυμίζοντας τη συμφωνία μας, είτε ανταποδίδοντας τον πληθυντικό, με ελαφρώς σκωπτικό τρόπο.

Πήγα λοιπόν και είδα, το παλιό Γυμνάσιο Μεσαριάς. Έφριξα!.

“Εδώ κάνουν τα παιδιά, μάθημα;”.

“Εδώ!”.

Με ξενάγησε. “Βλέπεις, εδώ;. Για άλλο πράγμα ήταν ο χώρος (σ.σ. νομίζω κυλικείο). Το έκανα αίθουσα. Που να τα βάλω τα παιδιά;. Ας μου κάνουν ότι θέλουν. Εγώ δεν μπορώ να αφήσω τους μαθητές μου, σε τέτοιες συνθήκες”. Αυτό, για την προσήλωσή του στο νόμο, που ακούστηκε στην εκδήλωση. Ο Νίκος Αρμάος σεβόταν το νόμο, αλλά πιο πολύ νοιαζόταν για τις ανθρώπινες ψυχές που είχε χρεωθεί. Γιατί αυτό ένιωθε. Πως τις είχε χρεωθεί.

Έγραψα, ένα κείμενο την ίδια μέρα. Θυμωμένος, που σε κάτι στενά κελιά, παιδικές ψυχές και αγχωμένοι καθηγητές, στοιβάζονταν προκειμένου να γίνει η μυσταγωγία της γνώσης που και η ίδια σίγουρα ασφυκτιούσε στα μικρά τσιμεντένια κουτιά. Δημοσιεύτηκε, και μάλλον του άρεσε.

Σε λίγο καιρό, ξανά τηλέφωνο. “Κάτι φαίνεται πως κόλλησε πάλι, μπορούμε να υπενθυμίσουμε το θέμα;”. Δεύτερο ρεπορτάζ. Μετά τρίτο, τέταρτο. Κι εγώ δεν ξέρω πόσες φορές έχω γράψει για το Γυμνάσιο Μεσαριάς. Και το όνομά του, εξαιρούνταν πάντα. Γιατί, έτσι ήθελε ο ίδιος. Όχι επειδή φοβόταν κάτι, αλλά ίσως αναμετρούσε σοφά, το χρόνο που πραγματικά θα χρειαζόταν η δική του δήλωση, για να έχει μεγαλύτερη βαρύτητα.

Κάποτε η ώρα, ήρθε. Στην τηλεόραση. Κάπου είχαμε κολλήσει πάλι. Τα παιδιά του Γυμνασίου, συνέχισαν να κάνουν μάθημα σε τριτοκοσμικές συνθήκες. Οι διαδικασίες για το νέο κτίριο, καρκινοβατούσαν. Πήρα την κάμερα και πήγα. Η λάβα από τα έγκατα της ψυχής του Νίκου Αρμάου, είχε αρχίσει να βγαίνει διάπυρη, στο πρόσωπό του. Με ξενάγησε, κρύβοντας με κόπο την οργισμένη του απόγνωση.

Έδωσε, εκείνη τη συνέντευξη. Πρέπει κάποτε να ψάξω βαθιά στο σκορπισμένο μου αρχείο, για να τη βρω. Από τότε, η επικοινωνία μας ήταν πιο τακτική. Το ένα μικροπρόβλημα, μετά το άλλο, στην εξέλιξη του νέου κτιρίου. Και ο Νίκος Αρμάος, κάθε φορά με τη σπάνια και έμφυτη ευγένειά του, να με παροτρύνει για ένα ακόμα ρεπορτάζ με τους αρμόδιους του έργου.

Κάποια στιγμή, τον βρήκα σε ένα χώρο, όπου κάπου κάπου πήγαινε. Στο ανθοπωλείο του Μάρκου Ζώρζου, στην Έξω Γωνιά, μαζί με τον Αντώνη Σκοπελίτη. Πήγαινα κι εγώ συχνά, επειδή έχοντας προετοιμάσει το Δελτίο Ειδήσεων, ήθελα μια ολιγόλεπτη ανάσα μαζί με φίλους. Εκεί πια, τον γνώρισα καλύτερα. Το λεπτό του χιούμορ, την άνεσή του στην κουβέντα (άκουγε προσεκτικά, πριν απαντήσει στο συνομιλητή του, δεν τον διέκοπτε, όπως κάνουν οι περισσότεροι) και τη μεγάλη του αγάπη για τη γη και τα φυτά. Αλλά πάντα, μέσα στην κουβέντα το Γυμνάσιο. Το νέο Γυμνάσιο, ήταν μόνιμη επωδός. Οι διαρκείς φόβοι του, η αγωνία του να τελειώσει και πάντα, αντί αποχαιρετισμού, η παρότρυνση, “πες κάτι, μήπως και τρέξει λίγο”.

Περνάω καθημερινά, από τη Μεσαριά. Σπάνια όμως, μπαίνω μέσα στο χωριό. Αλλά, όποτε μπαίνω στον κάθετο δρόμο, πιάνω τον εαυτό μου να μονολογεί: “Το Γυμνάσιο του Αρμάου”. Μπορεί να μην πρόλαβε να δει πόσο όμορφο και λειτουργικό έγινε, αλλά είναι -κυρίως- δικό του.