“ Ο ΚΑΛΟΣ ΜΟΥ ΠΑΤΕΡΑΣ ΚΑΙ… ΤΟ ΜΑΘΙΑΣΜΕΝΟ ΦΟΥΡΝΙ”

ΜΑΡΙΑ ΠΕΛΕΚΑΝΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΜΕΓΑΛΟΧΩΡΙΟΥ «ΤΟ ΜΕΤΟΧΙ».

 

 

«Ο καλός μου πατέρας και… το μαθιασμένο φουρνί».

Μεγάλη σκάση είχε ο καλός μου πατέρας, που η μάνα μου δεν ήξερε να τζιμπά μελιτίνια. Γιατί ήπρεπε, για να κάμομε τα δικά μας μελιτίνια να ψήσει ο καημένος στο φουρνί μας άλλων γυναικών τα μελιτίνια, για να βοηθήσουνε και εκείνες με τη σειρά ντως τη μάννα μου. Βλέπετε στο σπίτι μας είχαμε φουρνί με τα ξύλα, μιας και η λαλά μου το Καλλίτση ήτονε από το σόϊ των Ραϊσιδων γνωστών φουρνάρηδων.

Ο πατέρας μου ιδέα δεν είχε από φουρνί, αλλά μιας και υπήρχε στην αυλή μας, τετραπέρατος και προκομένος όπως ήτονε, γρήγορα το ΄μαθε. Και τι δεν ηκάναμε σε αυτό το φουρνί : ψωμί, ντάκο παξιμάδι, σταφιδιές, φεσκουλιές…

Αλλά η μεγάλη βόγα του φουρνιού ήτονε τσι ημέρες τσι Λαμπρής που είχε τη τιμητική του. «Το μαρτύριο» του καλού μου πατέρα ηξεκίνα απολούτρουα τσι Κυριακής των Βαγιών και ητέλειωνε το Μεγάλο Σαββάτο το βράδυ…. Και που ξύλα ο Χριστιανός, που ήπρεπε να τα φέρει με τον ώμο ή με το γάδαρο από το αμπέλι. Ευτυχώς ξύλα είχαμε, αφού είχαμε δικά μας αμπέλια.

-Κα, μακαριά των γωνιών σου Βάγγελε, θα μου ψήσεις και εμένα τα μελιτίνια μου; Και εγώ πάλι ότι θές…

-Να σου τα ψήσω, αλλά θώριε το μόνο που θέλω είναι να μάθεις τη Μαρία μου να τσιμπά μελιτίνια, γιατί μεγάλο καμό έχω. Να ψήνω εγώ, να τζιμπά η Μαρία μου, κανένανε πιο να μην έχομε ανάγκη.

Πράγματι σε ηλικία (8) χρονών, το όνειρο του καλού μου πατέρα έγινε πραγματικότητα και τζιμπούσα μελιτίνια. Μεγάλη χάζη είχα να βλέπει κανείς τα αφράτα και μικρά δακτυλάκια μου να κάνουν το μελιτίνι ολοστρόγγυλο με ψιλά-ψιλά τζιμπιά, λές και ήτονε από γρανάζι… Θυμούμαι, ερχότανε οι νοικοκυρές στο σχολειό και λέγανε στη δασκάλα μου τη Βάσω (Θεός σχορέστην) : Κα, άφησε λιγάκι το θυατεράκι να μου τζιμπήσει ένα τενεκέ μελιτίνια και να ρθεί πάλι… Και εγώ πιο δεν ήβλεπα την ώρα να πάω να τζιμπώ.

Τέλος πάντων. ΄Ητονε Μεγάλη Τρίτη. Από το πρωί στο πόδι εγώ με τον καλό μου πατέρα. Είχαμε να ψήσομε τα μελιτίνια, τσι Ματζουράνας, του Μαρουσού,και τσι Χαβαδιάς. Με το που βάζομε τα ξύλα μέσα στο φουρνί και ξεκινούσανε οι ερδινιές πως θα ανάβω το φουρνί, ξεσπά μια βροχή, άλλο πράμα.

-Ε! ποσό θα κρατήσει η εποχή που είναι, θα σταματήσει ήντα θα κάμει. Λιγάκι υπομονή. Βρέ πάει μεσημέρι και να ρίχνει καρέκλες.

-Βρε Βάγγελε, πες των γυναικών να πάνε στα σπίθια ντως, ο λεβάντες είναι τρελός, άμα πιάσει δεν ξεστερεύει. Μας φώναξε από απέναντι ο Σέργιος το Γαλί, που ήξερε καλά τσι καιροί, σαν μυλωνάς που ήτονε. Το σπίτι μας γεμάτο τενεκέδες (λαμαρίνες) μελιτίνια που τα χανε φέρει οι γυναίκες, καμωμένα , έτοιμα για ψήσιμο. Μέχρι και απάνω στο κρεβάτι είχανε βάλει.

-Και ήντα να γενώ τώρα. Ήντα να πω των γυναικών; Που να τα πάνε; Μεγάλη σκάση, μεγάλος βραχνάς. Οι γυναίκες να κλαίνε και η βροχή να μη σταματά.

Επιτέλους το απόγευμα, κατά τις πέντε η ώρα βγαίνει η νεραντζούλα με τα όμορφα χρώματα και φέρνει τη χαρά και το γέλιο στα χείλη μας.

-Άντε, Μαρία μου, φέρε ξύλα να άψομε γιατί σίγουρα εδώ δά θα ακούσομε τη Κασσιανή. ‘Άμ δε, που άναβε το φουρνί. Τα ξύλα ήτονε βρεμένα, που να ανάψει .

-Βρε τι με βρήκε σήμερο, να λέει ο καλός μου πατέρας. Όχι τη Κασσιανή, αλλά Λαμπρή θα κάμομε εδώ δά.

Μάταια προσπαθούσε ο καημένος να ανάψει. Μόλις ανάβαμε αμέσως ήσβηνε.

Από τσι φωνές και τα παρακάλια μας στο Θεό, ήκουσε η γειτόνισα η Ανάργυρη του Χλαπιού.

-Μωρή, πας ήρθε καθόλου η Άννα η Χαβαδιά εδώ ; Αν ήρθε, αυτή ηθάρμισε το φουρνί. Ο Θεός να σε φυλάει από το… μάτι τσι Χαβαδιάς.

-Μαρία, πήαινε μάνι-μάνι απάνω τσι λαλάς του Ζαμπιού, νάρθει να ξεθαρμίσει το φουρνί και το πατέρα σου, μου λέει η μάνα μου και τα μάθια τσι ητρέχανε δάκρυα, όπως και των άλλων γυναικών.

-Κα ω λαλά. Έλα γρήγορα γιατί αυτή η παγιοχαβαδιά ηθάρμισε το φουρνί και δεν ανάβει. Όλα τα μελιτίνια είναι μέσα στο σπίτι και απάνω στα κρεβάθια.

-Έρχομαι μάθια μου. Αλλά πες τσι μάνας σου να ρίξει μέσα στο φουρνί λιγάκι Τρανό αγιασμό και να θυμιάσει με καλό λιβάνι τα τέσσερα καντούνια του φουρνιού, να πεί και το κοντάκιο των Αγιά-Νεργύρων και έρχομαι. Ά, πες και του αφέντη σου (τον πατέρα μου εννοούσε) να βγάλει το λουρί του και έρχομαι…

Η λαλά το Ζαμπιώ, ήξερε και ήβγαζε το θαρμό με το μέτρημα και τσι παλάμες, με ένα ρούχο μακρύ, εκείνου που ήτανε ματιασμένος. Όπως καταλαβαίνετε, το λουρί (ζώνη) του πατέρα μου ήτονε το καλύτερο για την περίπτωση.

Οι οδηγίες τσι λαλάς δοθήκανε και αμέσως ξεκίνησε το λιβάνισμα. ‘Ηρθε , ήβγαλε το θαρμό του φουρνιού και του καλού μου πατέρα και αμέσως, ω! του θαύματος, άναψε περίτρανα. Οι τενεκέδες με τα μελιτίνια πηγαινοερχόντουσαν στο φούρνο και το χαμόγελο επιτέλους ήρθε στα χείλη όλων μας.

-Μωρή Μαρία, φέρε μάνι-μάνι να ψήσομε τσι Ματζουράνας, γιατί αυτή είναι και αποτσιπωμένη, μη μας δώκει και καμμιά παρόλα.

Όμως, η ώρα περνούσε και ο παπά –Λευτέρης σήμαινε για τον εσπερινό και πράγματι εμείς μείναμε στο φουρνί και ακούαμε από μακριά την «Κασσιανή».

Ποτέ δεν θα ξεχάσω αυτή την Μεγάλη Τρίτη, όπως ποτέ δεν θα ξεχάσω και ακόμα είναι στα θρούνια μου, η όμορφη μοσχοβολιά του λιβανιού, ανακατεμένη με το καμμένο ξύλο της αμπελιάς, με τη μαστίχα και τη βανίλια των μελιτινιών και τη φρεσκοριγμένη βροχή…

Βέβαια, ο καλός μου πατέρας (δάσκαλος πάντα για μένα) με έμαθε και το φουρνί να ανάβω και να μην ξεχνώ αυτά που κάναμε και ψήναμε αντάμα στο φουρνί μας . Και τα χαλάκια μας (παξιμάδια πασχαλινά με ζαφορά και τριμένο τυρί -χλωρό) και τσι σταφιδιές μας και το ντάκο μας κάνομε εμείς και τώρα, πάντα με συνταγή δικιά του.

Άς είναι καλά εκεί που είναι ο καλός μου ο πατέρας, συντροφιά με το μικρό θυατέρι που έχομε στην αυλή μας… το μικρό μας εκκλησάκι, την Αγία μας Καλλιόπη”.