ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΕΝΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗ ΤΗΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ

ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΕΝΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗ ΤΗΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ (Ο ΕΞΟΡΙΣΤΟΣ ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΓΛΗΝΟΣ)

 

tο 1938, ο Γληνός εξορίστηκε στη Σαντορίνη

Το 1938, ο Γληνός εξορίστηκε στη Σαντορίνη

Ο Δημήτρης Γληνός υπήρξε μιας από τις πιο φωτισμένες μορφές της ελληνικής διανόησης, με πολύ μεγάλη συνεισφορά στην οργάνωση της εκπαίδευσης, αλλά και στη γλώσσα. Γεννήθηκε το 1882 στη Σμύρνη, από γονείς καταγόμενους από το Κόρθι της Άνδρου και το 1899 πήγε στην Αθήνα προκειμένου να σπουδάσει φιλολογία.  Μαχητικός και αφοσιωμένος στην υπόθεση της παιδείας σχετίστηκε  στον περίφημο Εκπαιδευτικό Όμιλο με τους Αλέξανδρο Δελμούζο, Μανώλη Τριανταφυλλίδη και Πέτρο Ταγκόπουλο και έδωσε μάχες για την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας.

  Πολιτικά τάχθηκε κατ’ αρχήν στο πλευρό του Ελευθερίου Βενιζέλου (καταδικάστηκε μάλιστα το 1916 σε ένα μήνα φυλάκιση για «εξύβριση του Βασιλέως»)  και υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις της εκπαίδευσης προωθώντας με θέρμη την καθιέρωση της Δημοτικής και την εφαρμογή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Το 1930 στράφηκε στην πολιτική και το 1935 η δικτατορία του Κονδύλη τον εξόρισε στον Αϊ-Στράτη μαζί με τον Κώστα Βάρναλη, αλλά  το 1936 εξελέγη Βουλευτής, με το Παλλαϊκό Μέτωπο συγκεντρώνοντας το μεγαλύτερο  ποσοστό ψήφων στην Αθήνα.

 

Η ΚΟΝΤΡΑ ΜΕ ΤΟ Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗ

O Βασίλειος Μαρκεζίνης, μέγας αντίπαλος του Γληνιού. (Αρχείο Ε.Α Λιγνού)

O Βασίλειος Μαρκεζίνης, μέγας αντίπαλος του Γληνού. (Αρχείο Ε.Α Λιγνού)

 

 

  Με τη δικτατορία του Μεταξά πήρε ξανά την άγουσα προς την εξορία, αυτή τη φορά για τη Σαντορίνη και συγκεκριμένα το χωριό Πύργος. «…πρέπει να θεωρηθεί περίεργη συγκυρία το γεγονός, ότι ο μνημονευόμενος ανωτέρω Δημήτριος Γληνός, αντίπαλος στο γλωσσικό θέμα του Βασιλείου Μαρκεζίνη, είχε εξορισθεί κατά την περίοδο προ του Β Παγκοσμίου Πολέμου στη γενέτειρα του πολεμίου του Σαντορίνη και συγκεκριμένα στο χωριό Πύργος» γράφει ο Θηραίος (από τον Πύργο) Δημοσιογράφος και πρώην Ευρωβουλευτής κ. Γιάννης Μαρίνος στο συλλογικό έργο «Μιχαήλ Αντ. Δανέζη, «Σαντορίνη», επιμέλεια Ε.Α Λιγνού, Αθήνα 1971».

  Τι χώριζε τους δύο άνδρες; Άβυσσος, σύμφωνα με τα όσα παραθέτει ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης στην «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964». Ο Βασίλειος Μαρκεζίνης διετέλεσε Βουλευτής με το κόμμα του Γεωργίου Θεοτόκη και κράτησε το αξίωμα αυτό για 20 χρόνια, ενώ  ήταν και δημοσιογράφος, τακτικός συνεργάτης της «Εστίας». Η κόντρα με τον βενιζελικό Γληνό, αφορούσε θέματα εκπαίδευσης, αλλά κυρίως γλωσσικά καθώς ο Μαρκεζίνης ήταν φανατικός καθαρευουσιάνος και ξιφουλκούσε για τα ζητήματα αυτά.Πάντως πρέπει να τονιστεί ότι δεν είχε καμμία ανάμιξη στην εξορία του Γληνού.

 

Το χωριό του Πύργου

Το χωριό του Πύργου

«ΑΕΡΟΚΟΠΑΝΙΣΜΑ»

  Όταν το 1938, ο Γλυνός εξορίστηκε στη Σαντορίνη, πέρασε μια από τις πνευματικά παραγωγικότερες περιόδους της ζωής του, καθώς συνέγραψε πολλά άρθρα, βιβλία  και μελέτες. Δεν ασχολήθηκε όμως  μόνο με μεταφράσεις και μελέτες, αλλά κατέγραψε –εν είδει ημερολογίου- και τις εμπειρίες της εξορίας.  Το νου του, καθώς φαίνεται έκαιγε το θέμα της γλώσσας και είναι χαρακτηριστική μια περικοπή από τους Μονολόγους ενός Σαντορινιού ερημίτη, όπως είχε ονομάσει το ημερολόγιό του. «Μια φωνή παιδιακίσια ακούγεται σ’ ένα σπίτι, θα είναι ως εφτά χρονώ κοριτσάκι. Συρτή και τραγουδιστή και μονότονη σαν ψαλμωδία «ονομαστική ο, ο, ο γενική του, ου, ου, δοτική τω, ω, ω, αιτιατική τον, ον, ον, κλητική ω, ω, ω» και πάλι το ίδιο. Είναι απομεσήμερο, η ώρα που τα παιδιά θα πάνε σκολιό. H καμπάνα κτύπησε. Το παιδάκι διαβάζει το μάθημα, που θα πει σε λίγο. Άκουσα καλά-ξαφνιάζομαι, στήνω τ’ αυτί μου. «Δοτική τω ω…ω…» λέει πάλι η φωνούλα. Χαμογελώ. A! πως την έπαθες κύριε παιδαγωγέ! T’ άκουσες καλά; Αγωνίστηκες τριάντα χρόνια για να λυτρώσεις το μυαλό του Ελληνόπουλου απ’ αυτό το αεροκοπάνισμα κι άκουσες τώρα τη μικρή χωριατοπούλα μέσα στη χαμοκέλα, που θα τρώει σ’ όλη της ζωή το κριθαρένιο μαύρο παξιμάδι, όταν το ‘χει κι αυτό, να κλίνει ξεκόλλητο το άρθρο και με τη δοτική μάλιστα, όπως όταν ήσουνα και συ στην ίδια ηλικία. Καλά τα κατάφερες! Χαμογελάω πικρά για το θρίαμβο του αγώνα του «εκπαιδευτικού δημοτικισμού», της «Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης», της «νέας παιδαγωγικής» και του «νέου σχολείου εργασίας» στα 1938 και σκύβω το κεφάλι».

ΔΥΣΠΙΣΤΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΠΥΡΓΟΣ 4

  Ο μεγάλος παιδαγωγός, συνεχίζει τον περίπατο στα ρυμίδια του Πύργου και όπως σημειώνει, αντιμετωπίζει σιωπή, δυσπιστία, φόβο, αλλά και συμπόνια. «Καθώς ζυγώνω όλοι με κοιτάζουνε. Μιλάνε σίγουρα για μένα σιγανά. O κακομοίρης! παίρνει τ’ αφτί μου. Χαιρετάω. «Αντίο σας» όλοι μ’ ένα στόμα. Προσπερνώ. H ομιλία συνεχίζεται για μένα», γράφει.  Υπήρχαν όμως και Πυργιανοί που υποψιάζονταν γιατί ο «καθηγητής», είχε σταλεί εξόριστος στο χωριό τους, και συμπονούσαν την κατάστασή του.  «Σε λίγο φτάνει η κυρά Mαρία», γράφει ο Γληνός. «Αφεντικό, για σένα μιλούσαν όλοι στο μπακάλικο». «Kαι τι λέγανε κυρά Mαρία;» «Nα λέγανε πολλά, ξέρω γω; και που να τα θυμάμαι; και λέγανε μαθές γιατί σε φέρανε εδώ και γιατί σε παιδεύουνε και δε σε αφήνουνε να μιλήσεις με κανέναν άνθρωπο, μηδέ άνθρωπος να ζυγώσει στο σπίτι σου, μηδέ να σου πει κανείς καλά- καλά μια καλημέρα. Οι άνθρωποι φοβούνται και δεν ξέρουνε τι να κάνουνε. Μα σε λυπούνται. Γιατί είσαι ξένος άνθρωπος και δεν έχεις κανένα δικό σου εδώ πέρα και είσαι και άρρωστος και γέρος και είναι χειμώνας βαρύς και σε συλλογούνται. Και δεν ξέρουνε και γιατί σε παιδεύγουνε μαθές».

 Αλλά η φημολογία και οι τερατολογίες δεν αργούν να πάρουν τραγελαφικές διαστάσεις, καθώς οι αγαθοί άνθρωποι του χωριού, δεν μπορεί παρά να υποθέσουν ότι κάτι πολύ κακό έκανε για να τιμωρείται έτσι . «Kαι η Πλουσώ του Φύτρου, η ξαδέρφη μου έλεγε» αφηγείται η κυρά Μαρία, «πως άκουσε πως εσύ είσαι κακός άνθρωπος, να με συμπαθάς, δεν τα ξέρω και καλά πως τα λένε, κομμουνιστής θαρρώ πως είπε, και πως θέλεις να μας χαλάσεις τη θρησκεία, και τι σου φταίει η θρησκεία και να μην πηγαίνουμε πια στην εκκλησία, να μην κάνουμε σαρακοστή, σάματις κάνουνε σαρακοστή οι πλούσιοι, οι κλεφταράδες και να σου χαλάσει ο Θεός το κεφάλι, παρά να μας χαλάσεις τη θρησκεία».  

  Άλλοι όμως έχουνε διαφορετική άποψη και η αφήγηση της σπιτονοικοκυράς είναι απολαυστική: « Kαι ήρθε και ο Mανώλης ο Πασσαλιάς κι έλεγε, πως εσύ είσαι μαθές καλός άνθρωπος και πονάς τσοι φτωχοί και θέλεις να περάσουν οι πλούσιοι τα έχει ντους στσοι φτωχοί. Και είπανε οι γυναίκες, πως μακάρι, και αυτό είναι καλό και είπε ο κυρ Aντώνης ο μπακάλης, πως θέλεις να μοιράσουνε και τσοι γυναίκες και σε βρίζανε οι γυναίκες, κακό χρόνο να ‘χεις και να μοιράσεις τη δική σου γυναίκα και τσοι αδερφάδες σου και είπε ο Mανώλης ο Πασσαλιάς, πως τότες καλά σου κάνουνε και είναι ντροπή εσύ ένας καθηγητής, ένας σπουδαγμένος άνθρωπος να θέλεις τέτοια πράματα και ο καθένας έλεγε το δικό του και που να τα θυμάμαι ούλα. Μα σε λυπούνται οι άνθρωποι, να το ξέρεις». «Σ’ ευχαριστώ κυρά Mαρία και τους ευχαριστώ όλους, είναι όλοι καλοί και σπλαχνικοί άνθρωποι κι εγώ τους αγαπώ. Mα δεν ξέρουνε, γιατί βρίσκουμε εδώ. Θ’ αργήσουνε πολύ να το καταλάβουνε».

  ΠΥΡΓΟΣ 1«ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΑΠΑΝΩ ΣΤΗ ΛΑΒΑ Η ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ»

  Ο Δημήτρης Γληνός, έφυγε από τον τόπο εξορίας του μετά τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο και διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στο ΕΑΜ καθώς ήταν εκείνος που συνέταξε το περίφημο ιδεολογικό- πολιτικό μανιφέστο «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ». Στις μέρες της μοναξιάς του στη Σαντορίνη, εκτός από τα γραπτά του, μια από τις λίγες απολαύσεις του ήταν τα τοπία του νησιού. Γράφει:  «Tα χωριά ασπρίζουνε σα να είναι στημένα, εδώ κι εκεί κοκαλάκια του ντόμινου απάνω σ’ ένα πράσινο τραπέζι. H Mέσα Γωνιά, η Όξω Γωνιά, ο Bόθωνας, η Mεσαριά, ο Kαρτεράδος. Στην ακροθαλασσιά κοντά ο Mονόλιθος και το λιμάνι που χτίζεται τριάντα χρόνια και είναι πάντα ατέλειωτο. Τα εργοστάσια της ντομάτας υψώνουμε τις καμινάδες τους. Πέρα κατά το βοριά σωριασμένα στ’ ακροχείλι της Kαλδέρας του ηφαιστείου το Kοντοχώρι, τα Φηρά, το Φηροστεφάνι και ψηλότερα η Aπάνω Mεριά. Κατά τη δύση γυαλίζει το πέλαγος με το στεφάνι τα νησιά, τη Θηρασιά, το Aσπρονήσι, τις Kαμένες, ολόμαυρες από τη φωτιά του ηφαιστείου και το πέταλο της Σαντορίνης με τις κρεμαστές και κοφτές πλευρές του. Στρώματα-στρώματα πολύχρωμη η λάβα, μαύρη, γκρίζα σκούρα, κόκκινη, ασπρειδερή και πάνω η ολόλευκη κίσσηρη σα χιόνι τριάντα οργιές ψηλό, που σκεπάζει σαν ακροστεφάνι όλο το μισοφέγγαρο. Tο γαλάζιο σμάλτο της θάλασσας είναι συμένο γύρω στο παιχνίδι αυτό το σκαλιστό, που πλαστούργησε η φωτιά τιναγμένη από τα έγκατα της γης. Ένα παιχνίδι οργιαστικής φαντασίας, άγριο και χαρωπό συνάμα, ειδύλλιο και τραγωδία, χαμόγελο απάνω στη λάβα η Σαντορίνη. Και γαλήνη, γαλήνη παντού».