Μνημεία της Βενετοκρατίας στη Σαντορίνη

GoulasAkrotiri18072007Με πολύ μεγάλη ικανοποίηση δημοσιεύουμε άρθρο προερχόμενο από την κ.  Μαρία Χατζηκυριακίδου, μεταπτυχιακή φοιτήτρια του τμήματος Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. 
Προσβλέπουμε σε περισσότερες δημοσιεύσεις της.

«Χωρίς να υπάρχει καμία υπόνοια καταγωγής, η Σαντορίνη στάθηκε ο πρώτος σταθμός της επαγγελματικής μου πορείας, σε ένα αντικείμενο τελείως διαφορετικό από αυτό που καλλιεργώ τα τελευταία χρόνια. Η θητεία μου στον χώρο της υγείας στο απομακρυσμένο αυτό γεωγραφικά νησί, με γέμισε αντιφατικά συναισθήματα. Τη μίσησα, την πόνεσα, την κατάλαβα και τελικά την έδεσα με τη ζωή μου καθώς ακόμα ανατρέχω και καταφεύγω σ’ αυτήν.
Το ενδιαφέρον μου για τα μνημεία της λατινοκρατίας στο νησί κίνησε περισσότερο η περιέργεια, καθώς η επιστημονική αλλά και η τουριστική ενασχόληση με την εν λόγω χρονική περίοδο είναι πενιχρή. Το γεγονός αυτό σε συνδυασμό με τα κατεστραμμένα στην πλειοψηφία τους από τους σεισμούς μνημεία, έκανε την έρευνα δυσχερή ενώ τα, ελπίζω ασφαλή, αποτελέσματά της στηρίχθηκαν τόσο στην περιορισμένη βιβλιογραφία όσο και στην προσωπική αυτοψία. Χάρτες και κείμενα περιηγητών, επίσημα έγγραφα, γκραβούρες και σχέδια ανθρώπων που έφτασαν εκεί, αποτελούν την κλειδαρότρυπα μέσα από την οποία θα παρατηρήσουμε την επίδραση που άσκησαν οι Βενετοί για 300 και πλέον χρόνια στο νησί.

 

ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ
Αυτό που χαρακτηρίζει την Σαντορίνη στο πέρασμα του χρόνου είναι η αστάθεια. Από το όνομά της, Στρογγύλη, Καλλίστη, Θήρα και τελικά Σαντορίνη, ως την ιστορική και γεωλογική της πραγματικότητα, φροντίζει να θυμίζει την ουτοπία της σταθερότητας και την αδυναμία του ανθρώπου απέναντι στις μεγάλες δυνάμεις, ανθρώπινες και μη.
Η περίοδος της Λατινοκρατίας δεν αποτελεί εξαίρεση. Η Λατινική κατοχή ήταν ασταθής και το νησί άλλαξε πολλές φορές χέρια. Το 1204 με την Partitio terrarum imperii Romaniae οι Κυκλάδες περιέρχονται στους Βενετούς. Τα νησιά αυτά έχουν μικρή αξία καθώς ο πληθυσμός τους είναι μικρός και οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις περιορισμένες. Οι Βενετοί ενδιαφέρονται για σημαντικούς εμπορικούς σταθμούς που θα διευκολύνουν τη διέλευση των εμπορικών πλοίων από τη Βενετία προς την Κρήτη και τη Μέση Ανατολή. Η συντήρηση όμως όλων αυτών των νησιών απαιτούσε υψηλά ποσά. Έτσι η πρακτική πάντα Βενετία τα παραχώρησε σε ιδιώτες, ιδρύοντας βενετικές αποικίες, με την υποχρέωση να πληρώνουν φόρους. Ο ανηψιός του δόγη Enrico Dandolo, Μάρκος Σανούδος θα καταλάβει το 1207 μαζί με άλλους ευγενείς τη Νάξο και θα ιδρύσει το Δουκάτου του Αιγαίου Η Σαντορίνη θα παραχωρηθεί στον Ιάκωβο Barozzi που θα την κρατήσει ως την ανακατάκτησή της από τους Βυζαντινούς το 1265. Τότε είναι που η Θήρα θα μετονομαστεί σε Σαντορίνη Το 1296 οι Barozzi θα γίνουν και πάλι οι άρχοντες του νησιού έως ότου αυτό προσαρτηθεί στο Δουκάτο του Αιγαίου το 1355. Τότε Δούκας είναι ο Νικόλαος Σανούδος. Οι Barozzi θα καταφύγουν στην Κρήτη και μετά την κατάληψή της από τους Τούρκους, στη Νάξο όπου οι απόγονοί τους ζουν μέχρι σήμερα.
Το 1480 το νησί θα δοθεί δώρο στους γάμους του γιου του Domenico Pisani, επιφανούς ευγενή της Κρήτης με την κόρη του Ιακώβου του Γ’ Fiorenza. Μέσω των Pisani, η Σαντορίνη θα περάσει στον οίκο των Crispi και θα παραμείνει στα χέρια τους ως την οριστική τουρκική κατάκτηση το 1579. Από το 1566 όμως το νησί φεύγει από τη λατινική κυριαρχία καθώς ο Σουλτάνος θα ορίσει διοικητή τον Εβραίο Ιωσήφ Νάζη, που θα μείνει στη μνήμη των Σαντορινιών για την αυταρχική του πολιτική. Παρά την τουρκική κατάκτηση οι Βενετοί ασκούν οικονομική και πολιτιστική επίδραση. Το νησί θα συνεχίζει να αποτελεί κρίκο της λατινικής αλυσίδας που δένει τον κόσμο της Ανατολής και της Δύσης καθώς οι Βενετοί κατά τη διάρκεια του βενετοτουρκικού πολέμου θα χρησιμοποιήσουν την οικειότητά τους με τον τόπο αυτό και θα το εκμεταλλευτούν ως σταθμό ανεφοδιασμού.

Όσον αφορά το κοινωνικό πλαίσιο, την κατάκτηση από τους Λατίνους ακολούθησε σταδιακός εποικισμός ενώ εφαρμόστηκε ο τιμαριωτισμός. Η φεουδαρχική κοινωνία ήταν κλειστή, με ταξικές διαφορές, υποτέλεια των χωρικών και προσφορές σε είδος. Οι Σανούδοι ενίσχυσαν τις οχυρώσεις και εισήγαγαν τη βαμβακοφυτεία στο νησί ενώ ο Pisani ενίσχυσε την γεωργική παραγωγή και επεδίωξε την οικονομική αρωγή των εμπόρων. Σημαντικό ρόλο στη ζωή του νησιού έπαιξε η πειρατεία. Η Σαντορίνη ήταν προσφιλές νησί των πειρατών και ο πληθυσμός της μειώθηκε πολύ γι’ αυτό το λόγο. Πολλοί κατέφυγαν στην Κρήτη ενώ όσοι έμειναν αποφάσισαν να χτίσουν τους οικισμούς τους σε ψηλά και δυσπρόσιτα σημεία. Το 1500 η Σαντορίνη έχει μόνο 1000 κατοίκους.

Πειρατεία, σεισμοί και λατινική κυριαρχία καθόρισαν την δόμηση του νησιού τη συγκεκριμένη περίοδο, αποδεικνύοντας περίτρανα τη διαλεκτική ανάμεσα στην ιστορία, την κοινωνία και τον κατασκευασμένο χώρο. Κάστρα, γουλάδες, βίγλες, κατοικίες και εκκλησίες, ή ότι έχει διασωθεί από αυτά, μαρτυρούν το πέρασμα των Βενετών αλλά και τη πάλη ανάμεσα στη φύση και στην ανθρώπινη βούληση.

 

ΚΑΣΤΕΛΙΑ
Παρά το μικρό της μέγεθος, η γεωστρατηγική θέση της Σαντορίνη επέβαλλε την οχυρωματική οργάνωσή της σε όλα τα σημεία του νησιού. Και τα πέντε καστέλια της χτίστηκαν την περίοδο της Βενετοκρατίας, δηλαδή ανάμεσα στον 13ο και τον 16ο αιώνα, με παλαιότερο αυτό του Σκάρου, που αποτελούσε και την έδρα της λατινικής διοίκησης. Εκμεταλλευόμενα τη φυσική οχύρωση, τα καστέλια του Σκάρου, του Αγ. Νικολάου στην Οία, του Εμπορείου, του Πύργου και του Ακρωτηριού, αποτελούσαν την παθητική αντίσταση του νησιού και σε αυτά κατέφευγαν και οι βιλάνοι όταν έδιναν το σήμα οι βιγλάτορες, ενώ αποτελούσαν τη μόνιμη κατοικία του λατινικού πληθυσμού για όλο το χρόνο.
Σε γενικές γραμμές τα τείχη σχηματίζονταν από τους τοίχους των εξωτερικών σπιτιών, είχαν καταχύστρα και πολεμίστρες, ενώ το πιο ευάλωτο σημείο, η θύρα, είχε πόρτα από παχύ σφυρήλατο σίδηρο. Η χρήση της πυρίτιδας άλλαξε ριζικά τον τρόπο κατασκευής των οχυρωμένων οικισμών. Διαπλάτυνση της βάσης, σκαρπωτή τειχοποιία και έλλειψη ανοιγμάτων στο ισόγειο είναι μερικές από τις αλλαγές που πραγματοποίησαν οι Βενετοί ώστε να αντιμετωπίσουν τις νέες συνθήκες επίθεσης.
Τα καστέλια οριοθέτησαν και την περίοδο της Τουρκοκρατίας τις πέντε περιφέρειες της τοπικής αυτοδιοίκησης ενώ μετά τους Λατίνους, κατοικήθηκαν από ντόπιους που ανέρχονταν κοινωνικά. Τα περισσότερα καταστράφηκαν μετά το σεισμό του 1956.

Σκάρος
Το καστέλι του Σκάρου να ελέγχει όλη την καλντέρα (βρίσκεται στο σημερινό Ημεροβίγλι) αναφέρεται από τον περιηγητή Cristoforo Buondelmonti το 1451. Το όνομά του προέρχεται μάλλον από τον Ρωμαίο Σκάουρο που κατά τη ρωμαϊκή κυριαρχία κυβερνούσε και οχύρωσε τον τόπο αυτό. Ήταν η πρωτεύουσα του νησιού για περίπου 600 χρόνια και φιλοξένησε τον Λατινικό πληθυσμό του νησιού, ενώ περιλάμβανε 200 περίπου σπίτια.
Το καστέλι του Σκάρου χωριζόταν στο Επάνω Κάστρο ή Ρόκα, όπου έμενε ο άρχοντας φεουδάρχης ενώ στο Κάτω Κάστρο έμεναν οι αξιωματούχοι και η φρουρά του. Εκεί ιδρύθηκε η Λατινική Επισκοπήκαι αργότερα δύο γυναικεία μοναστήρια. Η φρουριακή μορφή βασίζεται στην μορφολογία του εδάφους και την τοποθέτηση των κτισμάτων σε μια αδιάσπαστη σειρά. Βασικό στοιχείο του είναι η πυκνή δόμηση, το λαβυρινθώδες οδικό δίκτυο και τα ελάχιστα ανοίγματα προς τα έξω, με κύριο γνώμονα την άμυνα και την οικονομία του χώρου. Η επανάληψη των μοτίβων (θόλοι, ανοίγματα, σκάλες) δίνουν μια ενιαία μορφή στον οικισμό παρουσιάζοντας την εικόνα μιας μεγαλιθικής κατασκευής με τη χρησιμοποίηση της οικίας ως επαναλαμβανόμενη μονάδα. Κύριο δομικό υλικό είναι η πέτρα ενώ το εξαιρετικά περιορισμένο ξύλο χρησιμοποιείται για τα απολύτως αναγκαία: κουφώματα και την κατασκευή της ξύλινης γέφυρας. Στην κορυφή λέγεται πώς υπήρχε μεγάλη καμπάνα που ειδοποιούσε τους κατοίκους σε περίπτωση επιδρομής.
Εγκαταλείφθηκε τον 17ο αιώνα οπότε και πρωτεύουσα γίνονται τα Φηρά .Η εικόνα του Σκάρου σήμερα είναι εντελώς διαφορετική. Σώζονται ελάχιστα ερείπια ενώ η καταστροφή του δεν μας επιτρέπει να έχουμε εικόνα από τα δημόσια κτίρια της εποχής.
Καστέλι του Αγ. Νικολάου (Οία)
Ο αμυντικός οικισμός της Οία βρίσκεται στο βορειοδυτικό άκρο και ο αρχικός πυρήνας του ήταν ο γουλάς. Δόθηκε στην οικογένεια Δαργέντα, που καυχιόταν ότι έχει καταγωγή από τον Βυζαντινό αυτοκράτορα Ρωμανό τον Αργυρό. Οι Δαργέντα που αναφέρονται στην παράδοση του Σκάρου στον Pisani, απήχθηκαν από τουρκικά πλοία το 1577 που τους μετέφεραν στη Συρία. Γύρισαν στο κάστρο αλλά δεν το ανέκτησαν ξανά. Το καστέλι, στο πρότυπο του Σκάρου, είχε πυκνή δόμηση και ψηλό πύργο, ογκώδη κτίρια ενώ μαρτυρείται και λότζα.

Καστέλι Ακρωτηριού
Στο νότιο και πιο αδύναμο οικονομικά τμήμα του νησιού, ένα χιλιόμετρο περίπου από την προϊστορική πόλη, βρίσκεται το καστέλι του Ακρωτηριού. Χτίστηκε τον πρώτο αιώνα της βενετοκρατίας γύρω από έναν παλαιότερο γουλά. Το 1336 για μεγαλύτερη ασφάλεια οι Σανούδοι έδωσαν το καστέλι (La ponta) στην οικογένεια Gozzadini από τη Bologna που ήταν άρχοντες της Κύθνου. Το γεγονός ότι δεν ήταν Βενετοί συνηγόρησε πιθανότητα και στην διατήρησή του και μετά την τουρκική κατάκτηση. Το Ακρωτήρι πέρασε στα χέρια των Τούρκων το 1617 και έμεινε ως το 1822, οπότε και πέρασε σε ελληνικά χέρια.
Στον όροφο, η πρόσοψη χωρίζεται σε ίσα τμήματα με ημικίονες και παραστάδες, με παρεμβολή παραθύρου στον άξονα κάθε μετακιόνιου. Υπάρχουν επίσης στρογγυλοί φεγγίτες και χωρισμός των όψεων σε οριζόντιες ζώνες.
Ο γουλάς του καστελιού συνδυάζει χαρακτηριστικά από πολλές ιστορικές περιόδους. Οι ρωμαϊκές κολόνες στην είσοδό του, το κυρίως βυζαντινό κτίριο με τους φεγγίτες και τα ελάχιστα ανοίγματα στο ισόγειο, το οξυκόρυφο οθωμανικό τόξο και τον δεύτερο χαρακτηριστικό όροφο των καπετανόσπιτων, μαρτυρούν την αδιάλειπτη κατοίκηση του στο πέρασμα του χρόνου. Σύμφωνα με τις προφορικές μαρτυρίες ο γουλάς κατοικήθηκε ως το 1995 οπότε και εγκαταλείφθηκε ενώ από το 2011 λειτουργεί ως εκθεσιακός χώρος. Το καστέλι είναι δομημένο όπως και αυτό της Οίας γύρω από το γουλά ενώ η εκμετάλλευση του χώρου στο έπακρο και η σκαρπωτή τειχοποιία μαρτυρούν πώς είναι και αυτό συνδεδεμένο με τις ανάγκες της οικονομίας του χώρου και της άμυνας.

Καστέλι του Εμπορείου
Για τον έλεγχο του νότιου πεδινού τμήματος δημιουργήθηκε το καστέλι του Εμπορείου, περιοχή που πήρε το όνομά της από τις αγοραπωλησίες που γίνονταν εκεί για όλο το νησί. Εκεί ο Νικόλαος Σανούδος εγκατέστησε τους Ντε Ματέι και Ντε Σαγρέδο.
Το καστέλι του Εμπορείου είναι τυπικό δείγμα κυκλαδίτικων κάστρων. Τα ψηλά τείχη είναι χαρακτηριστικά της προ της εφαρμογής της πυρίτιδας εποχής ενώ τρία ανοίγματα που φέρουν θολωτή στοά μήκους 15 μέτρων, οδηγούν στα στενά δρομάκια γύρω από τα οποία είναι δομημένα τα 80 διώροφα και τριώροφα σπίτια που ανεβαίνουν την πλαγιά δημιουργώντας τείχος. Εδώ εκφράζονται με σαφήνεια οι ανάγκες της απομόνωσης και της αποφυγής της προσπέλασης του εχθρού.

Καστέλι του Πύργου
Το καλύτερα σωζόμενο οχυρωματικό κτίσμα βρίσκεται στους πρόποδες του Μέσα Βουνού. Χτισμένο στο εσωτερικό του νησιού σε κεντροβαρική θέση πάνω σε λόφο, αποτελεί προνομιακό τόπο για τους 1000 κατοίκους που φιλοξενεί: έχει θέα σε δύο θάλασσες χωρίς τους κινδύνους των γκρεμών της Οίας. Η χρονολόγησή του είναι δύσκολη. Η πρώτη αναφορά γίνεται από τον Crucius το 1584 και αποτελεί το πιο καινούριο καστέλι του νησιού. Για αυτό και ονομάζεται Καινουργιόμπουργος.
Το εξωτερικό περίγραμμα είναι ακανόνιστο πολυγωνικό με μέση διάμετρο 150-200 μέτρα ενώ η είσοδος γίνεται με διπλή θύρα από τα νοτιοδυτικά που έφερε καταχύστρα ή αλλιώς φόνισσα. Και εδώ για οικονομικούς λόγους, το τείχος σχηματίζεται από τους πίσω τοίχους των σπιτιών οι οποίοι έχουν μεγάλο ύψος και πάχος (περίπου 0,90 πλάτος), σχηματίζουν μια συνεχή γραμμή, έχουν ελάχιστα αεραγωγά σιδηρόφρακτα ανοίγματα και εναλλάξ σχηματίζουν εσοχές δίνοντας μια πιο ελαφριά όψη και ποικιλία επιπέδων.
Τα σπίτια ανοίγονται προς έναν εσωτερικό δρόμο που είναι στρωμένος με μεγάλα βότσαλα κάτω από τα οποία υπήρχε αποχετευτικό σύστημα με πήλινους αγωγούς. Λέγεται ότι οι πολυδαίδαλοι υπόνομοι χρησίμευαν ως καταφύγιο και δεν ξεκινούσαν από την είσοδο του καστελιού αλλά από το έκτο ή έβδομο σπίτι από τα δεξιά.
Οι κατοικίες είναι στενές, επιμήκεις, με κοινό μεσότοιχο πάνω στον οποίο εδράζεται κυλινδρικός θόλος. Ήταν διώροφες ή τριώροφες και είχαν είσοδο στον υπερκείμενο όροφο. Η υψομετρική διαφορά μεταξύ των δύο ορόφων κάνει τους κάτω ορόφους να είναι εν μέρει κτιστοί ή υπόσκαφοι. Το ισόγειο δεν χρησιμοποιείται ενώ κάθε όροφος αποτελείται από ένα στενομέτωπο δωμάτιο. Οι περίπου 70 κατοικίες του οριζόντιου συστήματος ιδιοκτησίας είχαν η καθεμιά δικό της αποχωρητήριο και στέρνα για πόσιμο νερό.
Σύμφωνα με παραδόσεις το καστέλι επικοινωνούσε με τον έξω χώρο μέσω σήραγγας, από τη μεριά της Γωνιάς. Και οι δύο προσβάσεις θάφτηκαν με το σεισμό του 1956. Η κοινότητα του Πύργου επιχείρησε διάνοιξη της σήραγγας το 1996, οι εργασίες της οποίας σταμάτησαν ένα χρόνο αργότερα λόγω τεχνικών προβλημάτων, παρότι ανακαλύφθηκε η είσοδος.

 

ΓΟΥΛΑΔΕΣ

 
Μια παρόμοια μορφή άμυνας αποτελούσαν και οι γουλάδες, πολυώροφοι αμυντικοί πύργοι, που βρίσκονταν είτε μέσα στο καστέλι είτε σε αγροτικές τοποθεσίες. Τέτοιοι υπάρχουν τουλάχιστον τέσσερις στη Σαντορίνη: στην Οία και στο Ακρωτήρι, οι οποίοι βρίσκονται μέσα στα αντίστοιχα καστέλια και γύρω από αυτούς δημιουργήθηκε ο οχυρωματικός οικισμός, ενώ στα Φηρά και στο Εμπορείο βρίσκονται σε ξεχωριστή θέση.
Οι γουλάδες είχαν φρουριακή αρχιτεκτονική, όπως τα καστέλια: ορθογώνια κάτοψη, ογκώδεις τοίχοι, σιδερένια θύρα, επάλξεις, πολεμίστρες και καταχύστρα. Η χρήση της πυρίτιδας οδήγησε και εδώ στις αλλαγές που εφαρμόστηκαν στα καστέλια. Στο γουλά του Εμπορείου είναι εμφανής η σκαρπωτή τειχοποιία.
Όσον αφορά τη χρήση τους, οι γουλάδες που βρίσκονταν μέσα στα καστέλια αποτελούσαν την κατοικία του πυργοδεσπότη και το τελευταίο καταφύγιο του πληθυσμού σε περίπτωση εισβολής. Όσοι βρίσκονταν εκτός του κάστρου, ήταν ιδιοκτησία γαιοκτημόνων και πέρα από την πρακτική τους χρήση, αποτελούσαν και απόδειξη ισχύος και διάκρισης από την υπόλοιπη αριστοκρατία που ζούσε κλεισμένη στο καστέλι.
Οι πιο καλά διατηρημένοι είναι οι γουλάδες του Εμπορείου και των Φηρών. Ο πρώτος ανήκει στην οικογένεια Δαργέντα ενώ όταν πέρασε ο κίνδυνος των πειρατικών επιδρομών αποτελούσε μετόχι της μονής της Πάτμου όπου κατοικούσαν μοναχοί που υπάγονταν σε αυτή. Μέσα στο γουλά λειτουργούσε ναός του Αγίου Χριστοδούλου, προστάτη της μονής. Η σκάρπα και τα μικρά ανοίγματα στο ισόγειο μαρτυρούν την αμυντική σκοπιμότητα της κατασκευής του. Ο δεύτερος είναι γνωστός ως Γουλάς του Δελένδα και είναι ο πιο καλοδιατηρημένος. Κτίστηκε από τους Βενετούς Μπότζι, πριν εγκαταλειφθεί ο Σκάρος και μεταφερθεί η πρωτεύουσα στα Φηρά, ενώ σήμερα ανήκει στην οικογένεια Νομικού. Βρίσκεται στην περιοχή που ονομάζεται Φραγκομαχαλάς.

ΒΙΓΛΕΣ
Οι βίγλες ήταν μικροί πύργοι στις ακτές με φρουρά που παρακολουθούσε το πέλαγος για πειρατικά καράβια. Οι βιγλάτορες πληρώνονταν από την κοινότητα και ερευνούσαν νυχθημερόν τον ορίζοντα. Όταν έβλεπαν ύποπτο καράβι ειδοποιούσαν με συγκεκριμένους πυροβολισμούς ή με φωτιές στη διάρκεια της νύχτας.

ΚΑΤΟΙΚΙΕΣ
Η οικιστική ανάπτυξη συνδέεται με τις ιστορικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες. Πρωταρχικό ρόλο παίζει η ασφάλεια ενώ λόγω της έλλειψης χώρου όπως περιγράψαμε μέσα στα καστέλια, οι οικίες των ευγενών δεν διέφεραν σημαντικά σε μέγεθος από αυτές των υπηκόων τους. Κοινό χαρακτηριστικό είναι η κάλυψη με θόλου που οφείλεται κυρίως στην έλλειψη ξυλείας. Το ξύλο που εισαγόταν από την Κρήτη, την Ίο και τη Ρωσία χρησιμοποιούνταν για τα βασικά ενώ αξιοποιούνταν τα ντόπια ηφαιστειακά υλικά. Οι τοίχοι γεφυρώνονται με θόλους από πέτρες μικρές, αλάξευτες, δεμένες με μείγμα από ηφαιστειακό χώμα και ασβέστη που δημιουργεί ισχυρό και ελαστικό κονίαμα και δένει τις πέτρες σε μονολιθικό σώμα. Οι εξωτερικές τοιχοποιίες είναι ανεπίχριστες καθώς το ασβέστωμα είναι μεταγενέστερη συνήθεια.

ΕΚΚΛΗΣΙΕΣ
Η Σαντορίνη βρίθει εκκλησιών και η μελέτη τους ξεφεύγει των ορίων αυτής της εργασίας. Όσον αφορά την λατινική επιρροή, πολλές ακόμα φέρουν το προσωνύμιο Φράγκος ή Φράγκισσα. Πρόκειται για εκκλησίες που χρησιμοποιούν οι Λατίνοι ή ανήκουν σε ιδιώτες καθολικούς.
Χαρακτηριστικό είναι ότι σε όλα τα καστέλια, υπάρχει ναός της Αγίας Θεοδοσίας, προστάτιδας των κάστρων, ακόμα και σε αυτό του Σκάρου όπου κατοικούσαν καθολικοί.
Λόγω του περιορισμένου χώρου στα καστέλια δεν ήταν πάντα εφικτή η δημιουργία λατινικού ναού και έτσι χρησιμοποιούνταν κάποιος ορθόδοξος. Τέτοιο παράδειγμα είναι ο Άγιος Ιωάννης στο Σκάρο που ήταν σύμφωνα με τις μαρτυρίες και δυτικού και ανατολικού δόγματος ενώ και η Φλεβαριώτισσα στο Ακρωτήρι χρησίμευε ως αλτάρι καθολικών. Το Duomo χτίστηκε από τον Νικόλαο Κρίσπι και ήταν αφιερωμένο στον Τίμιο Σταυρό. Από τον 13ο αιώνα, η μικρή δραστήρια καθολική κοινότητα ζει αρμονικά με τους ορθόδοξους ενώ ακόμα και σήμερα υπάρχει εκκλησία καθολικών και μοναστήρι Δομινικανών καλογραιών.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η Βενετική κυριαρχία άφησε ορατά τα χαρακτηριστικά της στο σημαδεμένο από τη γεωλογική περιπέτεια τοπίο. Καστέλια, γουλάδες, εκκλησίες, ονόματα και προσωνύμια των κατοίκων, καλλιέργειες αλλά και επιδράσεις στην αρχιτεκτονική των σπιτιών και των εκκλησιών ακόμα και σήμερα μαρτυρούν το πέρασμα της Γαληνοτάτης από το νησί του Ηφαίστου. Τα καστέλια ακολουθούν την παράδοση των οχυρωμένων οικισμών, με τον περιορισμένο χώρο και τις αμυντικές ανάγκες να παίζουν πρωταρχικό ρόλο.
Πάντα όμως οι πολιτικές εξελίξεις διακόπτονται από τις φυσικές καταστροφές και η Σαντορίνη ζει από τη γέννηση της σε έναν αέναο κύκλο ζωής και θανάτου με τη μητέρα φύση να της θυμίζει τακτικά τη ματαιότητα της πολυτέλειας και της εξουσίας. Άρχοντες και βιλλάνοι θα συνυπάρξουν στα λιτά καστέλια για να αντιμετωπίσουν από κοινού τη μανία της φύσης και των πειρατών.
Η ίδια η φύση που δημιούργησε τον ιδιαίτερο αυτό τόπο, θα καταστρέψει τα ανθρώπινα δημιουργήματα αφήνοντας το σύγχρονο παρατηρητή να ταξιδεύει στο χρόνο μέσα από τα κείμενα και τις εικόνες όσων πέρασαν από εκεί πριν από αυτόν κι ένιωσαν την καρδιά της να δονείται κάτω από τα πόδια τους. Εξάλλου πέρα από την ιστορική της αξία, η Σαντορίνη είναι το νησί των αισθημάτων και των αισθήσεων.
Από τη θέση αυτή θα ήθελα να ευχαριστήσω τον πρόεδρο της κοινότητας του Ακρωτηριού κ. Αργύρη Μαυρομάτη για την θετική του ενέργεια και την προθυμία του να μοιραστεί το πάθος για τον τόπο του μαζί μου. Επίσης ευχαριστώ τον Γιάννη Πανταζή και την Άρτζυ Κακίση για την ξενάγηση στο γουλά του Ακρωτηριού αλλά θέλω και να τους συγχαρώ για την συγκινητική προσπάθεια τους να τον αναστηλώσουν. Οι μεγαλύτερες ευχαριστίες πάνε στην λατρεμένη, από τότε, φίλη μου, Ευαγγελία Βουτσίνου, τόσο για τη φιλοξενία όσο και για τη θέρμη με την οποία αγκάλιασε την προσπάθειά μου. Τέλος θα ήθελα να ευχαριστήσω τον κ. Πάλλη για την συγκατάθεσή του να ασχοληθώ με το συγκεκριμένο θέμα, για την ηρεμία της σκέψης του και την ευγένεια των χειρισμών του.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΕΣ ΑΝΑΦΟΡΕΣ
Zecchini, P. «Santorino e la sua isola nuova.» Quadri della Grecia moderna. 2a ed. Venezia 1866 227-39. Print.
Αλιμπράντης, Ν.Χ. «Γενεαλογικά της Σαντορίνης.» Θηραϊκά Νέα 4 (2004). Print
Δανέζης, Μ.Α. Σαντορίνη 1939-1940. Γενική έκθεσις της γεωλογικής, ιστορικής, κοινωνικής, οικονομικής, τουριστικής και πολιτιστικής εν γένει εξελίξεως της νήσου. Print.
Δελένδας, Ι. «Οι γάμοι της πριγκιπίσσης Φιορέντζας.» Σαντορίνη 1939-1940. Γενική έκθεσις της γεωλογικής, ιστορικής, κοινωνικής, οικονομικής, τουριστικής και πολιτιστικής εν γένει εξελίξεως της νήσου. επιμ. Δανέζης, Μ.Α. 117-23. Print.
Δουράστος, Ζ. «Ο «Γουλάς Φηρών» και η έκθεσις θηραϊκών προϊόντων.» Σαντορίνη 1939-1940. Γενική έκθεσις της γεωλογικής, ιστορικής, κοινωνικής, οικονομικής, τουριστικής και πολιτιστικής εν γένει εξελίξεως της νήσου. επιμ. Δανέζης, Μ.Α. Print.
Κατσίπης, Φ. «Τα καστέλια και η προστάτις των Αγ. Θεοδοσία, Βίγλες και Γουλάδες, Καταφύγια.» Σαντορίνη. επιμ. Δανέζης, Μ.Α. Αθήνα 1971. Print.
Κολύμβα, Κ. Οία, Τόπος και Ιστορία. Αθήνα: Αρμός, 2001. Print.
Κονταράτος, Σ. Αρχιτεκτονική και Παράδοση. Ιδεολογίες, πρακτικές και προβλήματα στη χρήση του αρχιτεκτονικού παρελθόντος. Αθήνα: Καστανιώτης, 1986. Print.
—. Σαντορίνη, πορεία στο χρόνο. Σαντορίνη: Ηλιοτρόπος, 2007. Print.
Κουμανούδης, Ι.Ν. «Η λαϊκή εκκλησιαστική αρχιτεκτονική της νήσου Θήρας.» Διδακτορική Διατριβή. Αρχιτεκτονική, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, 1960. Print.
Κωνσταντή, Κ. «Μια σύντομη ματιά στο Καστέλι του Πύργου.» Σαντορίνη. Θήρα, Θηρασιά, Ασπρονήσι, Ηφαιστεία. επιμ. Δανέζης, Ι.Μ. Αθήνα 2001 305-10. Print.
Λούπου-Ρόκου, Α-Χ. Αιγαίο, Κάστρα και Καστέλια. Αθήνα: Adams Editions, 1999. Print.
Μονιούδη-Γαβαλά, Δ. «Η εξέλιξη των οικισμών από το Μεσαίωνα στα νεώτερα χρόνια.» Σαντορίνη. Θήρα, Θηρασία, Ασπρονήσι, Ηφαιστεία. επιμ. Δανέζης, Ι.Μ. Αθήνα 2001 375-80. Print.
—. Σαντορίνη, Κοινωνία και Χώρος, 15ος-20ος αιώνας. Αθήνα: Ίδρυμα Λουκά και Ευάγγελου Μπελλώνεια, 1997. Print.
Τσελίκας, Α. Μαρτυρίες από τη Σαντορίνη (1573-1819), Έκθεση Ιστορικών εγγράφων. Αθήνα: Πνευματικό Κέντρο Μέγαρο Γύζη-Σαντορίνη, 1985. Print.
—. Ταξιδεύοντας στις Κυκλάδες 16ος-19ος αιώνας. Απεικονίσεις παλαιών χαρακτικών. Αθήνα: Πνευματικό Κέντρο Μέγαρο Γύζη-Σαντορίνη, 1990. Print.
Τσίτουρας, Δ. Σαντορίνη 15ος-19ος αιώνας. Αθήνα: Πνευματικό κέντρο- Μέγαρο Γύζη Σαντορίνη, 1983. Print.
Φιλίππα-Αποστόλου, Μ. «Το κάστρο της Αντιπάρου. Συμβολή στη μελέτη των οχυρωμένων μεσαιωνικών οικισμών του Αιγαίου.» Διδακτορική Διατριβή.Αρχιτεκτονική, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, 1978. Print.
Φιλιππίδης, Δ. «Σαντορίνη.» Ελληνική Παραδοσιακή Αρχιτεκτονική. τ. Β’. Αθήνα 1988 146-78. Print.