ΜΙΧΑΛΗ ΡΟΥΣΣΟ, ΥΠΟΚΛΙΝΟΜΑΙ ΣΤΗΝ ΞΕΡΟΚΕΦΑΛΙΑ ΣΟΥ

ΚΑΜΜΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ ΔΕΝ ΕΓΙΝΕ ΑΠΟ ΡΕΑΛΙΣΤΕΣ

 

 

ΡΟΥΣΣΟΣ ΜΙΧΑΛΗΣ (5)  Οι μεγάλοι της δημοσιογραφίας, λένε πως τα καλύτερα ρεπορτάζ, γράφονται εν θερμώ. Όταν τα γεγονότα είναι εν εξελίξει και η έκβασή τους είναι άδηλη. Ότι ακολουθεί όμως, δεν είναι ρεπορτάζ, παρ’ ότι είναι εν θερμώ.

 
Μια από τις πρώτες μου δημοσιογραφικές καλύψεις, δημοσίου συμβάντος, ήταν η συνεδρίαση του επαρχιακού συμβουλίου Θήρας. Το πρώτο παραξένεμα, ήταν με το φαξ που έφτασε στο “Ράδιο Καμάρι”. Μια σελίδα με 4-5 θέματα και πίσω 3-4 σελίδες πίνακας αποδεκτών. Δεν ξέρω αν χαμογέλασα, ή χασκογέλασα. Από το Δεσπότη, μέχρι τον τελευταίο σύλλογο ήταν όλοι προσκεκλημένοι. Πρέπει να έφταναν τους εκατό οι αποδέκτες. Οπλίστηκα λοιπόν με το δημοσιογραφικό μου κασσετοφωνάκι (τι κασσετοφωνάκι δηλαδή, ολόκληρη “γκουμούτσα” ήταν) και έφτασα στο Επαρχείο. Αυτό που είδα με ξεπέρασε.

 

 

Το γραφείο του Επάρχου τίγκα, ως έξω το διάδρομο. Κόντρα στο παράθυρο, καθισμένος ο Δεσπότης. Ο μακαριστός Παντελεήμων (πόσο τον τιμούσα αυτόν τον άξιο κληρικό!) που όπως διαπίστωσα μετά, δεν έχανε συνεδρίαση.

 
Χάβρα!. Ο καθένας να ζητάει το λόγο, όχι με την ευγενική παράκληση ενός προσκεκλημένου παρατηρητή αλλά με τον επιτακτικό τόνο της επίκλησης ενός θεμελιωμένου δικαιώματος. Φωνές, αλλά και τάξη. Ο έπαρχος, να παρακολουθεί, να δίνει το λόγο, να απαντά, χωρίς να δείχνει καμία ενόχληση. Ίσα-ίσα. Φαινόταν να το απολαμβάνει. Ο πικρόχολος σχολαστικισμός μου, εξεγέρθηκε. “Τι επαρχιακό συμβούλιο και κουραφέξαλα, εδώ είναι η ρούγα του κάθε πικραμένου”, σκέφτηκα.

 
Η διαδικασία -αν μπορείς να την αποκαλέσεις έτσι- συνεχιζόταν για ώρες. Οι κασσέτες εξαντλήθηκαν. Ο δεσπότης, άκουγε προσεκτικά, έπαιρνε και το λόγο, αλλά χωρίς τη λογιοτατοσύνη και τη μεγαλοπρέπεια που απαιτούσε το σχήμα του. Σαν απλός συμμετέχων. Δε νουθετούσε. Συμμετείχε. Ενεργά. Ακαταπόνητος. Ο δε Μιχάλης Ρούσσος, απτόητος. Με μια απίστευτη γκάμα, αντιδράσεων. Από την ηρεμία στη λεπτή ειρωνεία, από το σαρκασμό στη σοβαρότητα μέχρι τις φωνές.

 
Πέρασε πολύς καιρός, για να καταλάβω, ότι εκείνη τη μέρα, είχα πάρει ένα μάθημα άμεσης Δημοκρατίας. Που όμοιά της δεν είχε ξανά η Σαντορίνη. Ο κάθε πικραμένος -ναι!- ο κάθε πικρόχολος- επίσης ναι!- ο κάθε βαλαντωμένος από την καθημερινότητά του, ήταν εκεί και μίλαγε. Όχι στο καφενείο – το σέβομαι, ως μοναδικό εναπομείναντα θεσμό άμεσης Δημοκρατίας στον τόπο- αλλά σε ένα θεσπισμένο όργανο. Κάτι που ο τυπολατρικός καθωσπρεπισμός, αντιμετώπιζε με μια ψηλομύτικη περιφρόνηση.

Snapshot - 1

 

 

Όσο για τον έπαρχο;. Ο εραστής του ανέφικτου. Ήθελε να φτιάξει λιμανάκι των ψαράδων. Τον κοιτούσαν σαν τρελό. Το έφτιαξε!. Ακόμα και απειλώντας πως θα μαζέψει τους ψαράδες να πετάξουν από μια πέτρα στη θάλασσα για να τη μολώσουν, κατά πως λέει ένας αλαφροϊσκιωτος ήρωας του Καζαντζάκη στον Καπετάν Μιχάλη, μιλώντας για τη Σούδα. (Αναγκαία παρέκβαση: αν έβλεπε τώρα τα χάλια του Καταφυγίου της Βλυχάδας ίσως μονολογούσε -παραφρασμένο- αυτό που είχε πει ο Ντίνος Χριστιανόπουλος:

“Καημένε Μακρυγιάννη να ‘ξερες
γιατί το τζάκισες το χέρι σου.
το τζάκισες για να χορεύουν σέικ
τα κωλόπαιδα”.

 

Μην πας να το δεις Μιχάλη Ρούσσο!. Θα φαρμακωθείς!.

 

Αμ το Γυμναστήριο!. Πόλεμος!. Και ο Παντελεήμονας πάλι μαζί. Πρώτος, μαζί με τη νεολαία. Αυτός ο γεραρός Ιεράρχης με το λαικότροπο αυταρχισμό, αλλά και τη βαθιά πνευματικότητα. Και ο Μιχάλης Ρούσσος, να οδηγείται την ίδια εποχή στα δικαστήρια. Για χρόνια και χρόνια. Να λοιδορείται. Και τελικά τι κατάφεραν;. Του  μισέρωσαν το όνειρο. Εκεί που περιλάμβανε κι ένα θεατράκι, που με το άνοιγμα μιας συρόμενης πόρτας θα μετατρεπόταν αυτό το αθλητικό κόσμημα σε πολιτιστικό πολυχώρο υψηλών προδιαγραφών, έμεινε η σάλα. Μεγάλο απόκτημα κι αυτό!. Σίγουρα. Αλλά ας δει κανείς το αρχικό σχέδιο και ας μου πει.

 

Όλα αυτά, μη τυχόν και κόψει την κορδέλα, ο επάρατος Ρούσσος. Που τόλμησε να τα βάλει με τα άγια των αγίων. Χάρις στην ξεροκεφαλιά του και μόνο, έγινε κι αυτό. Και σιγά μην έκοβε αυτός την κορδέλα. Το πολύ-πολύ να καθόταν σε καμιά γωνία, με εκείνο το ανεξιχνίαστο μειδίαμα, που κάνει πολλούς να τον αντιπαθούν.
Έπειτα ήρθε το Νοσοκομείο. “Ο τρελός του χωριού”, ξανά μπροστά. “Εγώ δε θέλω ούτε οφίτσια ούτε τίποτα. Θα μου το δώσεις να το τρέξω;”, ρώτησε το Ντράστο, τον πρώην Δήμαρχο. Κι αυτός είπε το ναι. Κι ας κρυφογελούσαν κάποιοι, όταν έπαιρνε τηλέφωνο κι έλεγε τώρα είμαι στο τάδε γραφείο. Με το φάκελο στη μασχάλη. Κι ας μάζεψε σε λίγες ώρες 150.000 ευρώ για “αντίδωρο” στη Μονή Αγίου Νικολάου που δώρισε το οικόπεδο. Το Νοσοκομείο φτιάχτηκε. Και στα εγκαίνια, ο Ρούσσος, ήταν πίσω, πίσω. Λες και δεν έκανε τίποτα. Αυτός που έκανε τα πιο πολλά!. (ψάχνω εκείνη την καταραμένη φωτογραφία, της θεμελίωσης του Νοσοκομείου, που κάθεται στη δέκατη σειρά πίσω. Δεν τη βρίσκω, υπάρχει όμως στο αρχείο της «Κοινής Γνώμης», με τίτλο αν θυμάμαι: «ένα πρόσωπο στο πλήθος». Όλοι οι υπόλοιποι, φάτσα κάρτα).
Έπειτα ήρθε ο “σοβαρός” ακροδεξιοβορίδης, που ήθελε να το ξεπουλήσει. Ακολούθησε ο νταλικέρης Άδωνις, που ήταν έτοιμος να πάρει τα σύγχρονα μηχανήματα. Από κοντά, οι νουνεχείς. Οι συνετοί. Οι πραγματιστές. “Δεν βλέπετε την κατάσταση που επικρατεί στα Δημόσια Νοσοκομεία;”, έλεγαν. “Δώστε το σε ένα ιδιώτη να το δουλέψει καλά”. Ο Ρούσσος, ξεροκέφαλος. “Όχι. Είπαμε Δημόσιο Νοσοκομείο και θα είναι Δημόσιο” επέμενε. Ακόμα και προσφιλή του πρόσωπα, έπεσαν πάνω του, να τον μεταπείσουν. Αυτός αμετακίνητος. Ξεροκέφαλος. Και πονηρός. Το είχε προβλέψει, πως θα έρθουν οι “συνετοί” να το πάρουν το μαγαζί. Γι αυτό ‘έβαλε, όρο απαρέγκλιτο στο δωρητήριο, ότι το οικόπεδο δίνεται για “Δημόσιο Νοσοκομείο” και μόνο. Και κλάαααμα οι ντόπιοι απολογητές των Αδωνοβορίδηδων. (Και για να μην το δει κανείς κομματικά, δύο Νεοδημοκράτες, έκαναν τα μεγαλύτερα καλά για την Υγεία στη Σαντορίνη: Ο Δημήτρης Αβραμόπουλος που έφτιαξε το Νοσοκομείο και ο Αθανάσιος Γιαννόπουλος που νομιμοποίησε το Αεροπλανάκι του Τελεφερίκ. Αλλά τότε, οι Αδωνοβορίδηδες ακόμα βόσκαγαν ανέμελοι στα ακροδεξιά λιβάδια του Καρατζαφέρη).

 

 

Το Δεκέμβρη, το Νοσοκομείο συζητήθηκε στη Βουλή. Το Νομοσχέδιο, αποσύρθηκε και κάποιοι γέλαγαν χαιρέκακα. Ξανάρθε όμως και ψηφίστηκε. Ο Μιχάλης ο Ρούσσος, είναι σίγουρο, πως θέλει κι άλλα. Και θα πολεμήσει. Και θα τα βάλει, πάλι με όλους. Γιατί είναι ξεροκέφαλος και αιθεροβάμων. Αλλά είπαμε (δηλαδή όχι εγώ, ο Ρίτσαρντ Φλάναγκαν): “Πότε μια πραγματικότητα φτιάχτηκε από τους ρεαλιστές;”.