ΜΙΑ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ

ΑΡΘΡΟ ΤΟΥ ΜΑΡΚΟΥ ΖΩΡΖΟΥ

 

 

ΜΑΡΚΟΣΖΩΡΖΟΣΦίλοι μου,
Καλό χειμώνα να έχουμε όλοι, σε λίγο έρχονται τα Χριστούγεννα η Πρωτοχρονιά και πάλι από την αρχή. Είναι κάτι που το θέλουμε και μάλιστα να επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο, μη ρωτήσετε γιατί; Γιατί σε κάθε γιορτή λέμε, και του χρόνου, άρα το θέλουμε. Υπάρχουν όμως πολλά πράγματα που δεν ξανάρχονται. Ποιος ξέρει άραγε, αν είναι για καλλίτερα ή χειρότερα. Ο χρόνος θα δείξει.
Αφορμή για το σημερινό μου θέμα είναι η χθεσινή βραδινή κουβεντούλα που είχα με τον φίλο μου τον Αντώνη. Ανάμεσα στα πολλά που λέγαμε η συζήτηση ήρθε για τα καταστήματα τροφίμων πως είναι σήμερα και πως ήταν πριν 40-50 χρόνια. Ο Αντώνης δεν μεγάλωσε στην Σαντορίνη ήρθε και έγινε μόνιμος κάτοικος στο νησί μετά το 1985. Ήταν η περίοδος που η Σαντορίνη άρχισε να αναπτύσσεται, αυτός ήταν και ο λόγος της μετεγκατάστασης του.
Του είπα λοιπόν πως εγώ θυμάμαι την Σαντορίνη στη δεκαετία του 1960-70 πολύ καλά. Μεγαλώνοντας μέσα στον «καφενέ» (καφενείο εποχής) του πάτερα μου στα Φηρά, είχα την τύχη να ζήσω απ την αρχή σχεδόν την τουριστική ανάπτυξη του νησιού, έχω δει και έχω ζήσει άπειρες ιστορίες, καθώς επίσης θυμάμαι πολύ καλά πως ήταν τα Φηρά εκείνη την περίοδο, αλλά και τα καταστήματα της εποχής.

 

Το θρυλικό παντοπωλείο του Καρουάνου, στα Φηρά.

Το θρυλικό παντοπωλείο του Καρουάνου, στα Φηρά.

Η αφετηρία των λεωφορείων ήταν ακριβώς στην πλατεία των Φηρών, και στην γωνία πριν την πλατεία (κάτω από την πρώην ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ σήμερα ΠΕΙΡΑΙΩΣ) το βενζινάδικο.
Στα Φηρά υπήρχαν τρία τέσσερα «μπακάλικα» (παντοπωλεία) και κάθε χωριό είχε ένα το πολύ δυο που είχαν τα εντελώς απαραίτητα. Τα προϊόντα που υπήρχαν τότε σε κάθε μαγαζί ήταν πραγματικά μετρημένα και φυσικά χωρίς καμιά συσκευασία. Τα όσπρια (φασόλια, φακές κλπ) ήταν σε σακιά από «λινάτσα» έτσι τα έλεγαν, τα μακαρόνια και αυτά σε σακιά χύμα, οι ρέγκες σε «κασάκια» (κιβώτια) ξύλινα, το γιαούρτι σε βαρέλια των 60-70 κιλών, το λάδι το ίδιο και αυτό σε βαρέλια η πώληση του γινόταν με την κανάτα της «οκάς» (μονάδα μέτρησης), για να πάρεις λάδι έπρεπε να έχεις το δικό σου «μποτζί» ή «ρογιά» ( είδος μπουκαλιού). Υπήρχαν λίγες κονσέρβες, σπάνιο και εκλεκτό είδος για τα μπακάλικα. Τυριά υπήρχαν και τα διατηρούσαν στην «σαλαμούρα» (άλμη), σε ορισμένες περιπτώσεις σε «πυρήνα» (πυρηνέλαιο), ή κάτω στο πάτωμα για να έχει δροσιά. Από αλλαντικά ούτε λόγος, μόνον σαλάμι αέρος προϊόν και αυτό σπάνιο. Δεν υπήρχαν προϊόντα ψυγείου. Αυτά που είχαν ανάγκη ψυγείου τα έβρισκε κανείς ορισμένες μέρες, συνήθως όταν ερχόταν ο «ταχυδρόμος». Σημειώστε ότι ηλεκτρικό ρεύμα είχαν μόνον τα Φηρά στο κέντρο, το εργοστάσιο στην αρχή το είχε ιδιώτης και ήταν κάτω από το σημερινό γυμνάσιο των Φηρών αργότερα στα τέλη του 1960 ανέλαβε την ηλεκτροδότηση η ΔΕΗ.
Θυμάμαι τον «ταχυδρόμο» σχεδόν κάθε 10-15 μέρες να φέρνει τις παραγγελιές από τον Πειραιά. Χμ!! Ποιος ήταν ο ταχυδρόμος; Ο ταχυδρόμος ήταν ο άνθρωπος που έφερνε ότι νέο κυκλοφορούσε εκείνη την εποχή στην Αθήνα. Πιο συγκεκριμένα ο «ταχυδρόμος» ήταν ο άνθρωπος που εξυπηρετούσε όλους για κάθε παραγγελία που ήθελαν από Αθήνα, αλλά και προς Αθήνα. Ήταν έμπιστος και γνωστός. Σε κάθε χωριό υπήρχε ένας, ακόμα και δυο άνθρωποι που έκαναν αυτή την δουλειά. Έπαιρναν την παραγγελία και τα χρήματα από την κάθε οικογένεια που δεν είχαν την ευχέρεια να ταξιδέψουν και φρόντιζαν να κάνουν τις καλλίτερες αγορές για αυτούς. Από νεωτερισμούς και είδη νοικοκυριού γενικά, μέχρι καφέ, ζάχαρη, τυρί και ότι είχε ανάγκη το κάθε σπιτικό αλλά και κατάστημα. Ο ταχυδρόμος αφού έκανε τις ανάλογες σημειώσεις στο «τεφτέρι του» (σημειωματάριο του) και είχε συγκεντρώσει τα χρήματα που χρειαζόταν έφευγε για Πειραιά. Έβρισκε τα ανάλογα καταστήματα, συνήθως του Πειραιά, αλλά και της Αθήνας, έκανε τις αγορές του και ξεκινούσε το ταξίδι της επιστροφής. Όταν ερχόταν είχε συνεννοηθεί με τους δικούς του αγωγιάτες, φόρτωναν τα πράγματα στα ζώα από το λιμάνι και τα ανέβαζαν κατ αρχήν στα Φηρά απ όπου γινόταν και η ανάλογη διανομή. Ο ταχυδρόμος, ήταν ο βασικός σύνδεσμος με την Αθήνα, γιατί δεν είχε μόνον αυτή την αποστολή, έπαιρνε και πράγματα από την Σαντορίνη για συγγενικά πρόσωπα που ζούσαν στην Αθήνα, φάβα, κρασί, πελτέ, χλωρό (τοπικό τυρί) αλλά και χρήματα (σπάνια και συνήθως για φανταράκια και σπουδαστές ) γράμματα με τα νέα συγγενών και φίλων.
Δεν έλειπαν φυσικά οι «πραματευτάδες» (πλανόδιοι έμποροι εποχής) που με τον «μπόγο» (συνήθως ένα σεντόνι που είχε μέσα όλες τις πραμάτειες) στην πλάτη ή σε καλή περίπτωση σε κανένα γαϊδουράκι γύριζαν από γειτονιά σε γειτονιά. Η δουλειά τους ήταν περίπου όπως αυτή των «ταχυδρόμων» με την διαφορά ότι είχαν σημείο αναφοράς ένα κατάστημα σε κάποιο χωριό και προκειμένου να πουλήσουν τα προϊόντα τους αλλά και να πάρουν νέες παραγγελίες δεν περίμεναν να πάει ο πελάτης στο μαγαζί τους (πράγμα πολύ δύσκολο για την εποχή) πήγαιναν το κατάστημα τους στο «μπόγο» σ αυτούς.
Θυμάμαι τον «τσαγκάρη» (παπουτσής) να μας πηγαίνει ο πατέρας μου, συνήθως πριν από τις γιορτές ή εθνικές επετείους να μας παίρνει μέτρα στο πόδι για να μας φτιάξει τα ανάλογα παπούτσια. Το ίδιο γινόταν και με τον ράφτη να μας πάρει μέτρα για το κουστούμι της 25ης Μαρτίου και ανάλογων εορτών.
Καταστήματα ρούχων υπήρχαν, με λιγοστά έτοιμα ενδύματα, συνήθως είχαν τόπια ύφασμα. Τα εστιατόρια ήταν δυο τρία, φυσικά δεν είχαν καμία σχέση με τα σημερινά. Το φαγητό (συνήθως ένα δυο φαγητά) ήταν πάντα της ημέρας, περισσότερη δουλειά έκαναν με το κρασακι για οινοποσία παρά σαν μαγειρεία. Δεν υπήρχαν άλλωστε και ανάλογα καταστήματα (μπαρ).
Δυο ήταν τα λεωφορεία για την εξυπηρέτηση του νησιού και αν θυμάμαι καλά ΄8 ή 9 ΤΑΞΙ.
Όμως παρόλο που σε εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν οι σημερινές ανέσεις, ευκολίες, ούτε τα εκατοντάδες συσκευασμένα και περίεργα προϊόντα, ούτε η ευκολία μετακίνησης ή ότι άλλο μπορεί να δει και να βρει κανείς σήμερα, ήταν μια περίοδος που προσωπικά δεν θα ξεχάσω. Αντίθετα αναρωτιέμαι καμιά φορά πόσο όμορφα ήταν. Απόδειξη είναι ότι οι ξένοι επισκέπτες μας αυτή την Σαντορίνη αγάπησαν και ξεκίνησαν να έρχονται στο νησί μας. Το γεγονός σήμερα, ότι το νησί μας δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από μια μεγάλη πόλη μακάρι να είναι για το καλό μας. Άλλωστε ο κόσμος εξελίσσεται και προοδεύει, δεν θα πρέπει να μένουμε πίσω.
Ένα όμως ερώτημα νομίζω ότι απασχολεί όλους μας, αυτές οι επιλογές που κάνουμε είναι για καλλίτερα;
Με εκτίμηση
Μάρκος Ζώρζος