H ΕΞΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΔΑΣΚΑΛΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΓΛΗΝΟΥ ΣΤΟΝ ΠΥΡΓΟ

«ΜΟΝΟΛΟΓΟΙ ΕΝΟΣ ΕΡΗΜΙΤΗ ΤΗΣ ΣΑΝΤΟΡΙΝΗΣ»

 

 

 

Ο Δημήτρης Γληνός, στον Πύργο, το 1938

Ο Δημήτρης Γληνός, στον Πύργο, το 1938

Ο Δημήτρης Γληνός υπήρξε μια από τις πιο φωτισμένες μορφές της ελληνικής και ευρωπαϊκής διανόησης, με πολύ μεγάλη συνεισφορά στην οργάνωση της εκπαίδευσης, αλλά και στη γλώσσα. Γεννήθηκε το 1882 στη Σμύρνη, από γονείς καταγόμενους από το Κόρθι της Άνδρου και το 1899 πήγε στην Αθήνα προκειμένου να σπουδάσει φιλολογία.

 

Μαχητικός και αφοσιωμένος στην υπόθεση της παιδείας σχετίστηκε στον περίφημο Εκπαιδευτικό Όμιλο με τους Αλέξανδρο Δελμούζο, Μανώλη Τριανταφυλλίδη και Πέτρο Ταγκόπουλο και έδωσε μάχες για την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας. Το 1921 ιδρύει επίσης την «Ανώτερη Γυναικεία Σχολή» ως ελεύθερο λαϊκό Πανεπιστήμιο για τις γυναίκες, με σκοπό να τους δώσει ανώτερη μόρφωση, φιλοσοφική, ιστορική, καλλιτεχνική, για να μπουν στη σύγχρονη προοδευτική κίνηση.

 

 

Ο Πλαστήρας διορίζει το Γληνό στις αρχές του 1923 Εκπαιδευτικό Σύμβουλο στο Υπουργείο Παιδείας. Επιστρέφουν οι Δελμούζος και Τριανταφυλλίδης από τη Γερμανία και αρχίζει πάλι η προσπάθεια της μεταρρύθμισης. Ο Γληνός οργανώνει παιδαγωγικά συνέδρια σε όλη την Ελλάδα και του προτείνεται η θέση του πρύτανη του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, την οποία αρνείται και στους Μονολόγους ενός ερημίτη της Σαντορίνης, αιτιολογεί τη στάση του:

 

Δελμούζος-Γληνός-Τριανταφυλλίδης-Αθήνα-1915

Δελμούζος-Γληνός-Τριανταφυλλίδης-Αθήνα-1915

 

 

«Στα 1924 όταν έκαμα τον οργανισμό του πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, που ψήφισε τότε η κυβέρνηση Παπαναστασίου, ο υπουργός παιδείας Λυμπερόπουλος μου πρότεινε από μέρος του πρωθυπουργού να βάλουν ειδική διάταξη στο νόμο για να με διορίσουν πρύτανη για 10 χρόνια για να διοργανώσω το πανεπιστήμιο και δε δέχθηκα γιατί ήξερα από τότες ότι η διδασκαλία μου δε θα χωρούσε μέσα στα πλαίσια».

 

 

Ύστερα από εισήγησή του το 1924, ιδρύεται η Παιδαγωγική Ακαδημία για την προετοιμασία ανώτερων στελεχών της Εκπαίδευσης και ο Κ. Βάρναλης, αναφέρει:

«στην Παιδαγωγική Ακαδημία, που τη διεύθυνε ο Γληνός, παιδαγωγός, όπως είπα και άλλοτες, με μοναδικό οργανωτικό ταλέντο, με φωτιά μέσα του όχι λιγότερην από την επιστημονική και φιλοσοφική του μάθηση και μ’ εξαιρετικό θετικισμό σε όλη του τη δράση, όλο το διδαχτικό προσωπικό ήτανε δοκιμασμένοι δημοτικιστές κι όλα τα μαθήματα σ’ ένα σκοπό κατατείνανε: να κάνουνε τους «μαθητές» όχι μονάχα καλούς παιδαγωγούς, μα και καλούς αγωνιστές του δημοτικισμού.

Βάρναλης (αριστερά), Νίκος Καστρινός, αρθρογράφος του «Ριζοσπάστη» και Δημήτρης Γληνός (δεξιά). Πηγή: www.lifo.gr

Βάρναλης (αριστερά), Νίκος Καστρινός, αρθρογράφος του «Ριζοσπάστη» και Δημήτρης Γληνός (δεξιά). Πηγή: www.lifo.gr

Στην Παιδαγωγική Ακαδημία, εξόν από τα παιδαγωγικά και τη φολοσοφία και άλλα τεχνικά μαθήματα, διδασκότανε η κοινωνιολογία, η γλωσσολογία και η νεοελληνική λογοτεχνία’.

Οι συντηρητικές εφημερίδες, με πρώτη την “Εστία” φρύαξαν. Η διδασκαλία στη Δημοτική, ήταν ανοσιούργημα, αντεθνική πράξη, προδοσία κατά του Έθνους. Και το Κράτος επενέβη.

Σύμφωνα με το Σύλλογο Δημήτριος Γληνός” (http://www.syllogos-glinos.gr/ ), το βασικό πρότυπο μάρτυρος ήταν ένας μπάρμπας.

 

“ Αυτός ο μπάρμπας περπατούσε, λέει, στο δρόμο μαζί με την ανεψιά του, μαθήτρια του Μαρασλείου. Ξαφνικά, λέει, το κορίτσι στάθηκε, σήκωσε τα φουστάνια του, κάθησε σε μια γωνιά του πεζοδρομίου κι έκανε με τη φυσικότερη αφέλεια τα… τσίσια του. Ο μπάρμπας, λέει το παραμύθι, έγινε έξω φρενών! Και ρωτάει κατακόκκινος από θυμό την ανεψούλα του:

• Μαρία (ας πούμε!), δε μου λες, πού έμαθες να φέρνεσαι έτσι ξετσίπωτα;

• Στο Μαράσλειο! ΄Ετσι μας διδάξανε οι καθηγητές μας. Να είμαστε «υπεράνω των προλήψεων» κ.λπ.

Με τέτοια παραμύθια συνεννοούντανε μια χαρά ο Τύπος, το Κράτος, η θεά Θέμις κι η χειρότερη μερίδα του λαού…”.

Η ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΗΣ ΚΑΘΑΡΕΥΟΥΣΑΣ ΚΑΙ Η ΠΡΩΤΗ ΕΞΟΡΙΑ

 

 

 

Ο Γληνός, μαζί με συναδέλφους και φοιτητές του

Ο Γληνός, μαζί με συναδέλφους και φοιτητές του

Η καθαρεύουσα επικρατεί πάλι και μαζί μ’ αυτή το παλιό αντιδραστικό εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Ο Γληνός, αντιδρά και όπως κάθε βαθιά σκεπτόμενος άνθρωπος, μετατρέπει την πίκρα του σε χιούμορ και σαρκασμό με το βιβλίο του «Οι χοίροι υίζουσιν, τα χοιρίδια κοϊζουσιν, οι όφεις ιύζουσιν» όπου με το ψευδώνυμο «Αντ. Γαβριήλ- Δημοδιδάσκαλος», γράφει:

 

«...Τα παιδιά ενύσταζαν, ενύσταζαν, ενύσταζαν, θεέ μου, πώς ενύσταζαν… Η σκιά της ηλιθιότητας εκάλυπτεν την τάξιν… Τα καλύτερα επαπαγάλιζαν ευσυνειδήτως. Το βόδι λέγεται καλύτερον βους, το πόδι λέγεται καλύτερον πους. Τα κέρατα τού; Του βου. Οι δάκτυλοι τού; που. Ω θεέ μου; Τι λες παιδί μου; Πρόσεχε. Ο βους, του βοός, ο πους, του ποδός. Λοιπόν; Τα κέρατα του… του βοδός. Οι δάκτυλοι τού; του… που.. πους. Α! μα είσθε κτήνη! Είσθε ζώα! Δεν υποφέρεσθε. Γκαπ! Γκουπ!».

Πολιτικά τάχθηκε κατ’ αρχήν στο πλευρό του Ελευθερίου Βενιζέλου (καταδικάστηκε μάλιστα το 1916 σε ένα μήνα φυλάκιση για «εξύβριση του Βασιλέως») και υπηρέτησε σε διάφορες θέσεις της εκπαίδευσης προωθώντας με θέρμη την καθιέρωση της Δημοτικής και την εφαρμογή της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης. Το 1930 στράφηκε στην πολιτική και το 1935 η δικτατορία του Κονδύλη τον εξόρισε στον Αϊ-Στράτη μαζί με τον Κώστα Βάρναλη, που με πικρία, αλλά και λαμπερό σαρκασμό, γράφει:

 

“Τυχερέ, κείνο το άθλιο δειλινό

σε δέσαν με το Δάσκαλο Γληνό.

Μεγάλα μάτια αστραφτερά, στητός

κι ατάραγος, πάνω απ’ τη μοίρα αφτός

Κοιτούσε την ερχόμενη ευδία

σα νευρικός απ’ την αηδία..”.

Το 1936 εξελέγη Βουλευτής, με το Παλλαϊκό Μέτωπο συγκεντρώνοντας το μεγαλύτερο ποσοστό ψήφων στην Αθήνα.

 

 

Η ΚΟΝΤΡΑ ΜΕ ΤΟΝ Β. ΜΑΡΚΕΖΙΝΗ

 

 

 

 

Από το Αεχείο Ε.Α Λιγνού

Από το Αρχείο Ε.Α Λιγνού

Με τη δικτατορία του Μεταξά πήρε ξανά την άγουσα προς την εξορία, αυτή τη φορά για τη Σαντορίνη και συγκεκριμένα το χωριό Πύργος. «…πρέπει να θεωρηθεί περίεργη συγκυρία το γεγονός, ότι ο μνημονευόμενος ανωτέρω Δημήτριος Γληνός, αντίπαλος στο γλωσσικό θέμα του Βασιλείου Μαρκεζίνη, είχε εξορισθεί κατά την περίοδο προ του Β Παγκοσμίου Πολέμου στη γενέτειρα του πολεμίου του Σαντορίνη και συγκεκριμένα στο χωριό Πύργος» γράφει ο Θηραίος (από τον Πύργο) Δημοσιογράφος και πρώην Ευρωβουλευτής κ. Γιάννης Μαρίνος στο συλλογικό έργο «Μιχαήλ Αντ. Δανέζη, «Σαντορίνη», επιμέλεια Ε.Α Λιγνού, Αθήνα 1971».

Τι χώριζε τους δύο άνδρες; Άβυσσος, σύμφωνα με τα όσα παραθέτει ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης στην «Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος 1828-1964». Ο Βασίλειος Μαρκεζίνης διετέλεσε Βουλευτής με το κόμμα του Γεωργίου Θεοτόκη και κράτησε το αξίωμα αυτό για 20 χρόνια, ενώ ήταν και δημοσιογράφος, τακτικός συνεργάτης της «Εστίας». Η κόντρα με τον βενιζελικό Γληνό, αφορούσε θέματα εκπαίδευσης, αλλά κυρίως γλωσσικά καθώς ο Μαρκεζίνης ήταν φανατικός καθαρευουσιάνος και ξιφουλκούσε για τα ζητήματα αυτά. Πάντως πρέπει να τονιστεί ότι δεν είχε καμμία ανάμιξη στην εξορία του Γληνού.

 

 

«ΑΕΡΟΚΟΠΑΝΙΣΜΑ»

 

 

 

 

glinos_exoriaΤο Δεκέμβρη του 1937 η δικτατορία τον έστειλε για απομόνωση στη Σαντορίνη. Ο Γληνός θα γράψει εκεί το περίφημο βιβλίο του «Τριλογία του πολέμου», με τον υπότιτλο «Μονόλογοι του ερημίτη της Σαντορίνης», που ο Βάρναλης χαρακτηρίζει «Μοναδικό βιβλίο στην Ιστορία της ελληνικής Σκέψης και προφητικό».

Ο Γληνός στη Σαντορίνη, πέρασε μια από τις πνευματικά παραγωγικότερες περιόδους της ζωής του, καθώς συνέγραψε πολλά άρθρα, βιβλία και μελέτες, με κορυφαίο την “Τριλογία του Πολέμου” που αποτέλεσε σταθμό για την ελληνική διανόηση.. Δεν ασχολήθηκε όμως μόνο με μεταφράσεις και μελέτες, αλλά κατέγραψε –εν είδει ημερολογίου- και τις εμπειρίες της εξορίας. Το νου του, καθώς φαίνεται έκαιγε το θέμα της γλώσσας και είναι χαρακτηριστική μια περικοπή από τους Μονολόγους ενός Σαντορινιού ερημίτη, όπως είχε ονομάσει το ημερολόγιό του.

«Μια φωνή παιδιακίσια ακούγεται σ’ ένα σπίτι, θα είναι ως εφτά χρονώ κοριτσάκι. Συρτή και τραγουδιστή και μονότονη σαν ψαλμωδία «ονομαστική ο, ο, ο γενική του, ου, ου, δοτική τω, ω, ω, αιτιατική τον, ον, ον, κλητική ω, ω, ω» και πάλι το ίδιο. Είναι απομεσήμερο, η ώρα που τα παιδιά θα πάνε σκολιό. H καμπάνα κτύπησε. Το παιδάκι διαβάζει το μάθημα, που θα πει σε λίγο. Άκουσα καλά-ξαφνιάζομαι, στήνω τ’ αυτί μου. «Δοτική τω ω…ω…» λέει πάλι η φωνούλα.

Χαμογελώ. A! πως την έπαθες κύριε παιδαγωγέ! T’ άκουσες καλά; Αγωνίστηκες τριάντα χρόνια για να λυτρώσεις το μυαλό του Ελληνόπουλου απ’ αυτό το αεροκοπάνισμα κι άκουσες τώρα τη μικρή χωριατοπούλα μέσα στη χαμοκέλα, που θα τρώει σ’ όλη της ζωή το κριθαρένιο μαύρο παξιμάδι, όταν το ‘χει κι αυτό, να κλίνει ξεκόλλητο το άρθρο και με τη δοτική μάλιστα, όπως όταν ήσουνα και συ στην ίδια ηλικία. Καλά τα κατάφερες! Χαμογελάω πικρά για το θρίαμβο του αγώνα του «εκπαιδευτικού δημοτικισμού», της «Εκπαιδευτικής Μεταρρύθμισης», της «νέας παιδαγωγικής» και του «νέου σχολείου εργασίας» στα 1938 και σκύβω το κεφάλι».

 

 

ΔΥΣΠΙΣΤΙΑ ΚΑΙ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗ

 

 

dimitris-glinosΟ μεγάλος παιδαγωγός, συνεχίζει τον περίπατο στα ρυμίδια του Πύργου και όπως σημειώνει, αντιμετωπίζει σιωπή, δυσπιστία, φόβο, αλλά και συμπόνια. «Καθώς ζυγώνω όλοι με κοιτάζουνε. Μιλάνε σίγουρα για μένα σιγανά. O κακομοίρης! παίρνει τ’ αφτί μου. Χαιρετάω. «Αντίο σας» όλοι μ’ ένα στόμα. Προσπερνώ. H ομιλία συνεχίζεται για μένα», γράφει. Υπήρχαν όμως και Πυργιανοί που υποψιάζονταν γιατί ο «καθηγητής», είχε σταλεί εξόριστος στο χωριό τους, και συμπονούσαν την κατάστασή του. «Σε λίγο φτάνει η κυρά Mαρία», γράφει ο Γληνός. «Αφεντικό, για σένα μιλούσαν όλοι στο μπακάλικο». «Kαι τι λέγανε κυρά Mαρία;» «Nα λέγανε πολλά, ξέρω γω; και που να τα θυμάμαι; και λέγανε μαθές γιατί σε φέρανε εδώ και γιατί σε παιδεύουνε και δε σε αφήνουνε να μιλήσεις με κανέναν άνθρωπο, μηδέ άνθρωπος να ζυγώσει στο σπίτι σου, μηδέ να σου πει κανείς καλά- καλά μια καλημέρα. Οι άνθρωποι φοβούνται και δεν ξέρουνε τι να κάνουνε. Μα σε λυπούνται. Γιατί είσαι ξένος άνθρωπος και δεν έχεις κανένα δικό σου εδώ πέρα και είσαι και άρρωστος και γέρος και είναι χειμώνας βαρύς και σε συλλογούνται. Και δεν ξέρουνε και γιατί σε παιδεύγουνε μαθές».

Αλλά η φημολογία και οι τερατολογίες δεν αργούν να πάρουν τραγελαφικές διαστάσεις, καθώς οι αγαθοί άνθρωποι του χωριού, δεν μπορεί παρά να υποθέσουν ότι κάτι πολύ κακό έκανε για να τιμωρείται έτσι . «Kαι η Πλουσώ του Φύτρου, η ξαδέρφη μου έλεγε» αφηγείται η κυρά Μαρία, «πως άκουσε πως εσύ είσαι κακός άνθρωπος, να με συμπαθάς, δεν τα ξέρω και καλά πως τα λένε, κομμουνιστής θαρρώ πως είπε, και πως θέλεις να μας χαλάσεις τη θρησκεία, και τι σου φταίει η θρησκεία και να μην πηγαίνουμε πια στην εκκλησία, να μην κάνουμε σαρακοστή, σάματις κάνουνε σαρακοστή οι πλούσιοι, οι κλεφταράδες και να σου χαλάσει ο Θεός το κεφάλι, παρά να μας χαλάσεις τη θρησκεία».

Άλλοι όμως έχουνε διαφορετική άποψη και η αφήγηση της σπιτονοικοκυράς είναι απολαυστική: « Kαι ήρθε και ο Mανώλης ο Πασσαλιάς κι έλεγε, πως εσύ είσαι μαθές καλός άνθρωπος και πονάς τσοι φτωχοί και θέλεις να περάσουν οι πλούσιοι τα έχει ντους στσοι φτωχοί. Και είπανε οι γυναίκες, πως μακάρι, και αυτό είναι καλό και είπε ο κυρ Aντώνης ο μπακάλης, πως θέλεις να μοιράσουνε και τσοι γυναίκες και σε βρίζανε οι γυναίκες, κακό χρόνο να ‘χεις και να μοιράσεις τη δική σου γυναίκα και τσοι αδερφάδες σου και είπε ο Mανώλης ο Πασσαλιάς, πως τότες καλά σου κάνουνε και είναι ντροπή εσύ ένας καθηγητής, ένας σπουδαγμένος άνθρωπος να θέλεις τέτοια πράματα και ο καθένας έλεγε το δικό του και που να τα θυμάμαι ούλα. Μα σε λυπούνται οι άνθρωποι, να το ξέρεις». «Σ’ ευχαριστώ κυρά Mαρία και τους ευχαριστώ όλους, είναι όλοι καλοί και σπλαχνικοί άνθρωποι κι εγώ τους αγαπώ. Mα δεν ξέρουνε, γιατί βρίσκουμε εδώ. Θ’ αργήσουνε πολύ να το καταλάβουνε».

 

 

Ο ΧΑΦΙΕΣ ΤΟΥ ΧΩΡΙΟΥ

 

 

dimitris_glinos_02“Ο Μανόλης ο Πασσαλιάς ήτανε ο χωριάτης που με είχε χαιρετήσει «Χαίρετε κ. καθηγητά» και μου είχε κάνει ανάλαφρη την περπατησιά. Έμεινα συλλογισμένος στο μισοσκόταδο, χωρίς ν’ ανάψω τη λάμπα, όταν έφυγε η κυρα-Μαρία. «Λοιπόν αυτά ξέρει ο «λαός» για σένα κ. καθηγητά. Μα τουλάχιστο σε συμπονάει, γιατί βλέπει να υποφέρεις. Καλό κι αυτό. Ας διαβάσω τώρα λίγο, ώσπου να με πάρει ο ύπνος ο λυτρωτής.» Έσβησα τη λάμπα κατά τις έντεκα. Κοιμόμουνα βαριά. Άξαφνα τινάζουμαι, ακούω να χτυπάει η πόρτα μου, προσπαθούν να την ανοίξουνε. Ποιος να είναι; Εγώ έχω αμπαρώσει και την πόρτα της αυλής.

Ποιοι είναι τέτοια ώρα;

Φωνάζω:

– «Ποιος είναι;»

«Ανοίξετε, η χωροφυλακή».

– «Τι τρέχει;» Ο χωροφύλακας με κοιτάζει με ανήσυχα μάτια μέσα από το σκοτάδι. Τεντώνει το κεφάλι του και κοιτάζει μέσα στην κάμαρα στο βάθος.

– «Ήρθαμε να ιδούμε. Μας είπανε πως κάποιος είναι εδώ. Πως μιλάτε με κάποιον». – «Μα εγώ έχω αμπαρωμένη και την οξώπορτα και κοιμάμαι δυο ώρες τώρα». – «Ένας χωριάτης ήρθε και μας είπε πως είδε κάποιονε να μπαίνει εδώ, πως μιλάτε με κάποιον. Δεν ήτανε κανείς εδώ;»

– «Ποιος θέλετε να είναι; Από νωρίς κατά τις έξη ήταν η κερα-Μαρία. Κανείς άλλος δε ζυγώνει εδώ πέρα». – «Μας συγχωρείτε, έτσι μας είπε ένας χωριάτης και ήρθαμε να ιδούμε τι συμβαίνει. Καληνύχτα σας». – «Μα σταθείτε να κλείσω την οξώπορτα».

– «Δεν ήρθαμε από την οξώπορτα, μην ανησυχείτε». Είχαν έρθει από την ταράτσα, πηδώντας από το διπλανό σπίτι. Εκεί κάθεται, καθώς έμαθα την άλλη μέρα, ο Μανόλης ο Πασσαλιάς. Με άκουσε να διαβάζω δυνατά, καθώς φαίνεται, και ειδοποίησε την αστυνομία, πως κάποιος είναι μέσα και μου μιλάει.

 

«ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΑΠΑΝΩ ΣΤΗ ΛΑΒΑ, Η ΣΑΝΤΟΡΙΝΗ»

 

 

984240_481919118552033_494666103_n

Ο Δημήτρης Γληνός, έφυγε από τον τόπο εξορίας του πριν τον ελληνο-ιταλικό πόλεμο και αργότερα διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο στο ΕΑΜ καθώς ήταν εκείνος που συνέταξε το περίφημο ιδεολογικό- πολιτικό μανιφέστο «Τι είναι και τι θέλει το ΕΑΜ». Στις μέρες της μοναξιάς του στη Σαντορίνη, εκτός από τα γραπτά του, μια από τις λίγες απολαύσεις του ήταν τα τοπία του νησιού.

Γράφει: «Tα χωριά ασπρίζουνε σα να είναι στημένα, εδώ κι εκεί κοκαλάκια του ντόμινου απάνω σ’ ένα πράσινο τραπέζι. H Mέσα Γωνιά, η Όξω Γωνιά, ο Bόθωνας, η Mεσαριά, ο Kαρτεράδος. Στην ακροθαλασσιά κοντά ο Mονόλιθος και το λιμάνι που χτίζεται τριάντα χρόνια και είναι πάντα ατέλειωτο. Τα εργοστάσια της ντομάτας υψώνουμε τις καμινάδες τους.

Πέρα κατά το βοριά σωριασμένα στ’ ακροχείλι της Kαλδέρας του ηφαιστείου το Kοντοχώρι, τα Φηρά, το Φηροστεφάνι και ψηλότερα η Aπάνω Mεριά. Κατά τη δύση γυαλίζει το πέλαγος με το στεφάνι τα νησιά, τη Θηρασιά, το Aσπρονήσι, τις Kαμένες, ολόμαυρες από τη φωτιά του ηφαιστείου και το πέταλο της Σαντορίνης με τις κρεμαστές και κοφτές πλευρές του. Στρώματα-στρώματα πολύχρωμη η λάβα, μαύρη, γκρίζα σκούρα, κόκκινη, ασπρειδερή και πάνω η ολόλευκη κίσσηρη σα χιόνι τριάντα οργιές ψηλό, που σκεπάζει σαν ακροστεφάνι όλο το μισοφέγγαρο.

Tο γαλάζιο σμάλτο της θάλασσας είναι συμένο γύρω στο παιχνίδι αυτό το σκαλιστό, που πλαστούργησε η φωτιά τιναγμένη από τα έγκατα της γης. Ένα παιχνίδι οργιαστικής φαντασίας, άγριο και χαρωπό συνάμα, ειδύλλιο και τραγωδία, χαμόγελο απάνω στη λάβα η Σαντορίνη. Και γαλήνη, γαλήνη παντού».

Το 1939 κατά τη διάρκεια της απομόνωσής του στον Πύργο, αρρώστησε βαριά και η δικτατορία Μεταξά φοβούμενη τη λαϊκή κατακραυγή και την παγκόσμια διαμαρτυρία, τον μεταφέρει στην Αθήνα υπό αυστηρή επιτήρηση. Πέθανε στις 26 Δεκεμβρίου 1943. Μάχιμος, μέχρι τη στερνή πνοή του.