ΕΝΑΣ ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΛΑΪΚΟΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΗΣ ΣΤΟ ΕΜΠΟΡΕΙΟ

Ο ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΡΕΚΑΣ ΚΑΤΑΘΕΤΕΙ ΤΗΝ ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΣΕ ΚΑΘΕ ΕΡΓΟ

 

 

ΠΡΕΚΑΣ_ΤΟΝΥΣ2Λίγες φορές, μπορεί να σε εντυπωσιάσει ένας αυτοδίδακτος καλλιτέχνης που επιδίδεται σε αυτό που οι πολυπράγμονες ειδικοί, αποκαλούν “ναΐφ αρτ”. Τέχνη απλή, μοτίβα αναγνωρίσιμα, καμιά επιτήδευση αν και πολλοί “φτασμένοι” προσπαθούν να γίνουν ναΐφ, χάνοντας οι περισσότεροι, εκείνη τη μυστική αλήθεια που αναβλύζει μέσα από ένα έργο. Το είχε πει άλλωστε ο μέγας Πικάσο (κάποιοι το αποδίδουν λίγο διαφορετικά): “όταν ήμουν παιδί ζωγράφιζα σαν τον Ραφαήλ και μου πήρε μια ζωή για να ξαναμάθω να ζωγραφίζω σαν παιδί”.

Ο Αντώνης Πρέκας, από το Εμπορείο, είναι με τον τρόπο του, ήδη μια διασημότητα. Πολλοί επώνυμοι, κατέχουν έργα του. Κάμποσα ξενοδοχεία, σπίτια ή καταστήματα, είναι διακοσμημένα με τις κατασκευές του. Πολλά από αυτά, ίσως δεν ξεφεύγουν από το διακοσμητικό τους χαρακτήρα. Αλλά… θυμηθείτε το, κάποιος, κάποια στιγμή, θα “ανακαλύψει” τον Αντώνη Πρέκα ξανά. Όπως ο Τεριάντ και ο Σεφέρης , “ανακάλυψαν” τον Θεόφιλο και οι ταπεινές του τοιχογραφίες που έγιναν για ένα πιάτο φαί σε ταβέρνες και καφενέδες, έγιναν ανάρπαστες. Όσο κι αν ακούγεται βέβηλη, αυτή η σύγκριση, ο Αντώνης Πρέκας, ανήκει σε εκείνη την πάστα των καλλιτεχνών, που η τέχνη αναβλύζει από κάθε τους πόρο.

 
Στην αρχή μια ομολογία. “Γιατί δεν παίρνεις μεγάλες δουλειές;”. Αμηχανία. “Ξέρεις, μου ζήτησαν να φτιάξω ξενοδοχεία, αλλά να… δεν μπορώ να κάνω το ίδιο πράγμα δεύτερη φορά”. Μετά, μια αποκάλυψη. “Εγώ τα χρώματά μου, τα τρώω κι τα πίνω”. Προτού συνέλθεις , η εξήγηση. “Ψάχτηκα στο Ακρωτήρι, στα αρχαία μας, ψάχτηκα στην Ακρόπολη και στον Παρθενώνα.. εκείνα τα χρόνια δε δουλεύανε χημικά. Να προχτές δούλευα το παντζάρι, το παντζάρι είναι το κόκκινο. Η μαργαρίτα είναι το κίτρινο, υπάρχουν τόσα πράγματα, που έρχονται από τη φύση. Εγώ δουλεύω, με τη φύση”. Πόσοι άραγε, μπορούν να ισχυριστούν, πως σε ένα μποστάνι ή ένα μανάβικο, σκέκονται όπως μπροστά στα ράφια ενός χρωματοπωλείου;. Προχτές μάλιστα- όπως είπε- μια μακρινή του συγγενής, τον προκάλεσε κι εκείνος, αντί για άλλη κουβέντα, έβγαλε το πινέλο από το κουτί και ήπιε το χρώμα που κείνη την ώρα χρησιμοποιούσε. Ήταν παντζαρόζουμο.

 

ΠΡΕΚΑΣ_ΤΟΝΥΣΑλλά και τα υπόλοιπα υλικά του, προέρχονται από τα αζήτητα. Τα σκουπίδια. Τα άχρηστα για τους πολλούς. Παλιά σκοροφαγωμένα πορτόφυλλα, φλούδες από ευκάλυπτο, τσακισμένα έπιπλα, σανίδες από παλέτες. Τα πιο πολλά τα αφήνει στη θάλασσα για να παλαιωθούν φυσικά και μετά μαζεύει υπόλευκη κίσσηρι, μαύρα βότσαλα, κόκκινη λάβα κάποιο πράσινο πέτρωμα, που μόνο αυτός ξέρει που να βρει.
Στο τέλος η δουλειά. Η δημιουργία. “Ξεκίνησα να σκάβω το ξύλο έξι με εφτά λεπτά. Τώρα έχω φτάσει στα 40-45, λεπτά. Δεν αντέχω παραπάνω”. Όσο για την έμπνευση;. Καμμία προεργασία. “Πιάνω το ξύλο, κάνω το σταυρό μου και ξεκινάω”. Και ποιός ξέρει;. Ίσως κάποια μέρα, ανάμεσα στο θόρυβο της σύγχρονης τέχνης, όπου η τάση για πρωτοτυπία, έχει γίνει μονομανία -και τελικά μανιέρα- να σιγάσει λιγάκι και να λάμψουν για λίγο τα ταπεινά, αλλά εμπνευσμένα , ποτισμένα με μεράκι και στιλβωμένα με αγάπη δημιουργήματα, ενός λαϊκού καλλιτέχνη που σε κάθε φλούδα ευκάλυπτου ή φθαρμένου πατζουριού αφήνει κι ένα αποτύπωμα της ψυχής του.