ΕΝΑΣ ΑΡΧΟΝΤΑΣ ΤΟΥ ΝΗΜΠΟΡΕΙΟΥ & Ο ΑΓΙΟΣ ΑΒΕΡΚΙΟΣ

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΣΤΟΝ ΚΥΡ-ΔΗΜΗΤΡΗ

 

 

 

Του Αγίου Αβερκίου σήμερα και αυτή η μέρα,  έχει για μένα συνδυαστεί με τον κυρ-Δημήτρη, από το Εμπορείο. Είναι η μέρα που νιώθω πως μου λείπει. Η  ανυπόκριτη εξωστρέφειά του και η ανοιχτόκαρδη φιλοξενία του. Οπότε, ξαναδημοσιεύω, ότι έγραψα, όταν έμαθα, πως συνεχίζει κάπου αλλού, ψηλά, τα γλέντια του. Γειά σου και πάλι, κυρ-Δημήτρη.

 

agios-averkios-giortiΉτανε 22 Οκτωβρίου του 2001. Γιατί τη θυμάμαι την ημερομηνία;. Μα γιατί ήταν του Αγίου Αβερκίου (Οσίου Αβερκίου, επισκόπου Ιεραπόλεως, γράφει το εορτολόγιο) και επίσης η μέρα της πανεθνικής απογραφής. Καμιά εικοσαριά από εμάς, αδιάφοροι στο αν θα προσμετρηθούμε στις ψυχές του έθνους, είχαμε πάει στην κάναβα του κυρ-Δημήτρη. Ήταν η μέρα του προστάτη αγίου των κρασιών. Άνοιγαν τα καινούρια βαρέλια και σώνονταν τα παλιά. Εκεί μας πέτυχαν οι απογραφείς.

Και αν μου έλεγε κάποιος ότι εκείνη τη μέρα δήλωσα πολύτεκνος, εφοπλιστής ή γαιοκτήμονας στους εντεταλμένους υπαλλήλους, μάλλον θα το παραδεχόμουν. Εκείνη τη μέρα, στην κάναβα του κυρ- Δημήτρη στο Νημπορειό, μπορούσες να δηλώσεις ακόμα και βασιλιάς. Ήταν η μέρα του κυρ-Δημήτρη. Ήταν η μέρα που κάθε αναστολή, ξέσφιγγε το λαιμό και η διαδρομή μέχρι την υπόγεια κάναβα, ήταν τραγούδι και προσμονή. Κάθε χρόνο το ίδιο προσκύνημα, αλλά τις άλλες φορές, χωρίς απογραφή.
Ο κυρ- Δημήτρης, από μέρες στην ανησυχία. «Μπα και δεν έρθεις;». «Θα ‘ρθω κυρ-Δημήτρη, έννοια σου». Και εκείνο το χαμόγελο, όταν ένας καινούριος μουσαφίρης έφτανε στην κάναβα που είχε το εικονοστάσι του Αγίου Αβερκίου στον ένα τοίχο και το Στέλιο Καζαντζίδη στον άλλο.
Αλλά ο κυρ- Δημήτρης και η υπέροχη, σχεδόν αέρινη σύζυγός του, πάντα μέσα στην ανησυχία. Μη τυχόν και δε φτάσουν οι μεζέδες!. Μη λάχει και δε χορτάσουν οι καλεσμένοι, ή οι ακάλεστοι περαστικοί που θα έμπαιναν στην κάναβα. Και νάσου να βγαίνουν τα κουνάδια (σαντορινιά αγριοκούνελα) από το ψυγείο και οι κεφτέδες και όλα τα καλά του θεού. Και μέσα σ’ όλα κάτι πράγματα πρωτόγνωρα. Μεγάλες λεκάνες με λάχανο, χοντροκομμένο, αψύ και πικάντικο που έσβηνε την ανάσα του κρασιού. Χωρίς πηρούνι. Με το χέρι!. Κομμένο από το διπλανό κήπο, που με ευλάβεια φρόντιζε.
Οι κανάτες βόγκαγαν από το συχνογέμισμα. Αλλά το καλύτερό του κυρ- Δημήτρη, ήταν το περήφανο χαμόγελο κάτω από το γκρίζο μουστάκι. Εκείνη η γεμάτη χαρά έκφραση, όταν έβλεπε ευχαριστημένα πρόσωπα, λαμπερά μάτια από το κρασί που σωνόταν και τους μουσικούς της παρέας που γέμιζαν με νότες τη μέρα. Φορές-φορές, ήταν μαζί μας Βουλευτές, Περιφερειάρχες, Υπουργοί, Δήμαρχοι. Αλλά όλοι ένα: ταπεινοί προσκυνητές στη λιτή αλλά υπέροχη κάναβα του κυρ-Δημήτρη. Του γενναιόδωρου άρχοντα που μεγαλύτερος πλούτος του, ήταν η φιλόξενη καρδιά του.
ag-averkios  Ώσπου, έφτανε η ώρα. Όλοι χορτάτοι και ξεδιψασμένοι. Κάμποσοι μάλιστα τραύλιζαν από το κρασί που έρρεε άφθονο. Και ο κυρ- Δημήτρης ξανασασμένος, χάιδευε το μουστάκι του και καθόταν με ένα απίστευτο χαμόγελο ευτυχίας, στο τραπέζι.

 

Όχι για πολύ όμως. Κάποιος ζεϊμπέκικος ρυθμός τον συνέπαιρνε. Σηκωνότανε. Με εκείνο το σπάνιο, αντρίκιο και ασίκικο τρόπο, έφερνε δυο στροφές. Με το πρόσωπο γεμάτο ευδαιμονία. Με όλη τη βασανισμένη του ζωή, να συνοψίζεται σε ένα καθαρό, χωρίς τσαλίμια και χωρίς φιγούρες, ζεϊμπέκικο. Ήταν η δική του μέρα. Ήταν η καρδιά του, που ανέμιζε στον αέρα και αυτό το απίστευτο χαμόγελο που δεν έφευγε από το πρόσωπό του αλλά σκορπούσε σε φωτεινές ακτίνες .
Κάποιες φορές, είχα γράψει για αυτά τα διονυσιακά γλέντια στην εφημερίδα που συνεργαζόμουν. Ο Αντώνης Σιγάλας, φρόντιζε να του δίνει τα δημοσιεύματα. Κι αυτός με καμάρι τα κάρφωνε στον τραχύ τοίχο. Προχτές, ο κυρ-Δημήτρης έφυγε. Ήταν σύντομη ασθένεια, μου είπαν οι φίλοι του. Δεν υπέφερε πολύ. Αλλά κι αυτός!. Δεν μπορούσε να περιμένει μέχρι του Αγίου Αβερκίου;. Να το καθυστερούσε λίγο ακόμα;. Πως θα ξαναβρεθούν άρχοντες σαν αυτόν;. Και δεν έφυγε μόνος του. Πήρε κι ένα κομμάτι της καρδιάς μας μαζί του.

Save

Save

Save

Save