ΕΝΑ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΜ ΘΗΡΑΣ

ΕΝΑ ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ ΓΙΑ ΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΠΟ ΤΟ ΕΠΑΜ ΘΗΡΑΣ

 

Στη διαχρονική γοητεία των παραμυθιών, κατέφυγε το ΕΠΑΜ για το Νοσοκομείο

Στη διαχρονική γοητεία των παραμυθιών, κατέφυγε το ΕΠΑΜ για το Νοσοκομείο

  Σε μια ευφάνταστη, δηκτική αλλά και ανατρεπτική παρέμβαση για το θέμα του νέου Νοσοκομείου, προχώρησε το ΕΠΑΜ Θήρας. Τα μέλη του, αντί για τις πολιτικές ανακοινώσεις που εκδίδουν πολύ τακτικά, για ζητήματα του νησιού (αλλά και της γενικότερης κατάστασης) αυτή τη φορά, αποφάσισαν να καταφύγουν στη διαχρονική γοητεία των παραμυθιών. Με ένα βιντεάκι επτάμισι λεπτών, αφηγούνται, σχολιάζουν, ειρωνεύονται και κυρίως καλούν σε εγρήγορση τους πολίτες για την υπόθεση του Νοσοκομείου που από συλλογικό όνειρο και διακαής πόθος της σαντορινιάς κοινωνίας, κινδυνεύει να μετατραπεί σε επιχειρηματικό «successstory». Ακόμα και μόνο για την πρωτοτυπία του αξίζει να ειδωθεί το βίντεο που δημοσιεύεται στη διεύθυνση: http://www.youtube.com/watch?v=h7C6GDPldOw&feature=c4-overview&list=UU7huOLqn6an0H8Esq8iNOWw) .

ΤΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙΕΠΑΜΘΗΡΑΣ

«Τα «παραμύθια» των ιδιωτών (Παραμύθι 1ο)

«Το άσπρο σπιτάκι στο νησί»

Βίντεο

http://www.youtube.com/watch?v=h7C6GDPldOw&feature=c4-overview&list=UU7huOLqn6an0H8Esq8iNOWw)

Ιστορία

Μια φορά και ένα καιρό, στη πρωτεύουσα ενός πανέμορφου μικρού νησιού υπήρχε ένα μεγάλο άσπρο σπίτι.

  Στο σπίτι αυτό έμπαιναν καθημερινά πολλοί άρρωστοι άνθρωποι. Μερικοί από αυτούς ήταν ταξιδιώτες και μερικοί  ήταν μόνιμοι κάτοικοι του.

  Στο σπίτι λοιπόν αυτό, εργάζονταν κάποιοι που τους έλεγαν «οι κύριοι με τις άσπρες ποδιές». Αυτοί οι «κύριοι» λειτουργούσαν κάτι παράξενα μηχανήματα και κρατούσαν κάτι μικροσκοπικά εργαλεία.

  Η δουλειά τους ήταν να κάνουν καλά κάθε έναν άρρωστο που έμπαινε μέσα στο σπίτι, δίχως, όμως, να του ζητούν ανταλλάγματα για αυτό. Τη δουλειά αυτή την έκαναν πολύ καλά, τηρώντας και τον  όρκο που είχανε δώσει στον Μεγάλο Ιατρό.

  Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού ο κος Κρατικόπουλος (έτσι τον έλεγαν), τους αντάμειβε αρκετά καλά για τη δουλειά τους και τους παρείχε και τη δυνατότητα να μεταφέρουν το κάθε άρρωστο από το σπίτι του στο μεγάλο άσπρο σπίτι και από εκεί, αν χρειαστεί, στη Μεγάλη Πόλη όπου υπήρχαν πιο σύγχρονα άσπρα σπιτάκια.

  Ο κος Κρατικόπουλος, βέβαια, κατά καιρούς έστελνε στο άσπρο σπιτάκι και κάποιους δικούς του «κυρίους με άσπρες ποδιές» για να εξυπηρετήσει προσωπικές του χάρες, αλλά όλοι αυτοί δε μπορούσαν να χαλάσουν το καλό κλίμα που επικρατούσε.

  Όλα, λοιπόν, κυλούσαν ομαλά στο πανέμορφο νησάκι ώσπου κάποια μέρα, ακριβώς απέναντι από το άσπρο σπίτι της ιστορίας μας, χτίστηκε ένα άλλο μικρότερο. Στο σπιτάκι αυτό, που είχε και αυτό άσπρο χρώμα, εργάζονταν και εκεί κάποιοι που φορούσαν άσπρες ποδιές και έκαναν την ίδια ακριβώς δουλειά.

  Μόνο που αυτοί, για τις υπηρεσίες που προσέφεραν ζήταγαν ανταλλάγματα από τους αρρώστους που έμπαιναν μέσα στο σπίτι. Το σπίτι αυτό δεν άνηκε στον κο Κρατικόπουλο αλλά σε έναν νέο κάτοικο του νησιού, τον κ. Ιδιωτικόπουλο. Έτσι, το μικρό νησί απέκτησε δύο άσπρα σπιτάκια που είχαν τον ίδιο σκοπό: να κάνουν καλά τους αρρώστους.

  Τότε, όμως, ξεκίνησαν και τα πρώτα προβλήματα.

  Ο κος Κρατικόπουλος δε μπορούσε πια να συντηρήσει το δικό του άσπρο σπίτι. Όχι μόνο δε μπορούσε να εφοδιάσει τους εργαζόμενους με νέα εργαλεία, όχι μόνο δε μπορούσε να συντηρήσει τα παράξενα μηχανήματα, αλλά μείωσε και τις αμοιβές των «κυρίων με τις άσπρες ποδιές» δημιουργώντας έτσι αναστάτωση στο άσπρο σπίτι.

  Ο κος Ιδιωτικόπουλος, του οποίου η δουλειά μέχρι τότε ήταν ελάχιστη, αφού ζητούσε ανταλλάγματα από τους αρρώστους για να τους κάνει καλά, σκέφτηκε ότι ήρθε η δική του η σειρά για να αυξήσει τη πελατεία του.

  Έκανε τότε δύο πανέξυπνες κινήσεις.

  Η πρώτη ήταν να ζητήσει από το κο Κρατικόπουλο να μειώσει και άλλο τη συντήρηση του σπιτιού του υπόσχοντας του μέρος από τα ανταλλάγματα των αρρώστων.

  Η δεύτερη ήταν να κάνει προσφορές στους κατοίκους κάνοντας παράλληλα διαφήμιση για το πόσο καλό είναι το δικό του σπίτι.

  Και τότε του ήρθε μια τρομερή ιδέα.

  Πλησίασε κάποιους «κύριους με άσπρες ποδιές» από το σπίτι του κο Κρατικόπουλου και τους υποσχέθηκε και αυτούς ανταλλάγματα. Τους ζήτησε, βέβαια, να μη κάνουν καλά τη δουλειά τους και να του στέλνουν τους αρρώστους στο δικό του σπιτάκι.

  Το σχέδιο είχε στηθεί πολύ καλά. Μετά από λίγο καιρό, το άσπρο σπιτάκι του κου Κρατικόπουλου είχε χάσει την εμπιστοσύνη των κατοίκων του νησιού μας. Όσοι κάτοικοι είχαν να δώσουν ανταλλάγματα πήγαιναν στο απέναντι σπιτάκι ενώ τους υπόλοιπους τους έστελναν εκεί οι «κύριοι με τις ποδιές» που τους είχε πλησιάσει ο κος Ιδιωτικόπουλος.

  Η κατάσταση ήταν τέτοια ώστε ακόμα και τη δυνατότητα μεταφοράς του κάθε άρρωστου από το σπίτι του στο άσπρο σπιτάκι του κου Ιδιωτικόπουλου και στη Μεγάλη Πόλη την πραγματοποιούσαν τα μέσα που είχε διαθέσει ο κος Κρατικόπουλος για το δικό του σπίτι.

  Ο κος Ιδιωτικόπουλος είχε τώρα πελατεία, είχε την εμπιστοσύνη των κατοίκων και χρησιμοποιούσε τα μέσα του κου Κρατικόπουλου. Ήταν ώρα, οπότε, να προχωρήσει στο επόμενο βήμα.

  Έπεισε τον κο Κρατικόπουλο να χτίσει ένα πιο μεγάλο, πιο σύγχρονο σπιτάκι. Ο κος Κρατικόπουλος, που πλέον σκόπιμα είχε παραμελήσει το άσπρο σπιτάκι του, βρήκε τρόπο και έχτισε ένα νέο υπερσύγχρονο άσπρο σπίτι και το εξόπλισε με τελευταίας τεχνολογίας παράξενα μηχανήματα.

  Για να λειτουργήσει, όμως, έλειπαν οι «κύριοι με τις άσπρες ποδιές». Και τότε ο κος Ιδιωτικόπουλος πέταξε την ιδέα.

  «Δώσε μου το νέο σου σπιτάκι και θα το λειτουργήσω εγώ για σένα», είπε.

  «Τι θα κάνεις, όμως, με τους κατοίκους; Θα τους ζητάς ανταλλάγματα;», απάντησε ο κος Κρατικόπουλος

  «Σου υπόσχομαι πώς δε θα τους ζητάω τίποτα. Θα παίρνω ανταλλάγματα μόνο από τους επισκέπτες τους νησιού», απάντησε.

  «Εντάξει λοιπόν. Πάρε το νέο άσπρο σπίτι που έχτισα. Στο χαρίζω.», αποκρίθηκε ο κος Κρατικόπουλος

  Οι μήνες περνούσαν και αφού το νέο άσπρο σπίτι ήταν σε λειτουργία, δίχως να πληρώνουν οι κάτοικοι του νησιού μας, ο κος Κρατικόπουλος έκλεισε το πρώτο άσπρο σπιτάκι του και έδιωξε τους «κύριους με τις άσπρες ποδιές». Το ίδιο έκανε και στο δικό του πρώτο άσπρο σπιτάκι ο κος Ιδιωτικόπουλος.

  Και τότε συνέβη το αδιανόητο. Ο κος Ιδιωτικόπουλος αποφάσισε να ζητά ανταλλάγματα και από τους κατοίκους του νησιού. Όσο και να φώναζε ο κος Κρατικόπουλος, πλέον δε μπορούσε να κάνει τίποτα.

  Όσοι κάτοικοι είχαν να δώσουν ανταλλάγματα γίνονταν καλά. Οι υπόλοιποι πέθαιναν.

  Γρήγορα το νησί απόκτησε άσχημη φήμη και όσο πέρναγε ο καιρός έρχονταν ολοένα και λιγότεροι επισκέπτες.

  Όταν στο τέλος δεν έρχονταν κανένας, ο κος Ιδιωτικόπουλος, αφού είχε κερδίσει πολλά τόσο χρόνια, αποφάσισε να παρατήσει το σύγχρονο άσπρο σπιτάκι και να πάει σε άλλο νησί για να ξεκινήσει το κόλπο του από την αρχή.

  Όσο για τους κατοίκους που έμειναν πίσω, μπορείτε να καταλάβετε τη τύχη τους.